Ανακοίνωση για τα γεγονότα στο συντονιστικό των σχημάτων της ΕΑΑΚ Θεσσαλονίκης

8:08 μ.μ.
Την Πέμπτη 25/10, κατά τη διάρκεια του συντονιστικού ΕΑΑΚ στη Θεσσαλονίκη, γίναμε για άλλη μια φορά αυτόπτες μάρτυρες κινήσεων έντονης βίας και στρατιωτικής επιβολής στο εσωτερικό του μορφώματος με πρωτοπόρα τα μέλη της ΑΡΑΣ. Κατά τη διάρκεια των πρώτων τοποθετήσεων στο συντονισιτκό, τα μέλη της ΑΡΑΣ εμφανίστηκαν με τον συνηθισμένο –πλέον- τρόπο στη διαδικασία (για λόγους αυτοπροστασίας από την ΑΡΙΣ όπως δήλωσαν οι ίδιοι) οδηγώντας σε εντάσεις, διακοπή της ροής και απαίτηση των υπόλοιπων σ/σ για απομάκρυνση των καδρονιών ως προϋπόθεση για να συνεχιστεί η διαδικασία. Παρά το γεγονός ότι η ΑΡΑΣ (…και τα καδρόνια) αποχώρησαν εν τέλει από τη διαδικασία, η προσπάθεια διάλυσης δεν τελείωσε εκεί. Μετά την αποχώρηση της ΑΡΑΝ από το συντονιστικό, η ΑΡΑΣ επιχείρησε την επιστροφή της στο χώρο της διαδικασίας, με αναβαθμισμένου τύπου εξοπλισμό, που και ο πιο αφελής καλοπροαίρετος άνθρωπος δε θα πειθόταν ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί για αμυντικούς λόγους. Η σύγκρουση που ακολούθησε από εκείνη τη στιγμή και μετά, είναι κάτι περισσότερο από κατακριτέα και επικίνδυνη για τα μέλλον των σχημάτων της επαναστατικής αριστεράς.

Πρώτη φορά στα χρονικά, μία δύναμη καταφέρνει να διακόψει και να διαλύσει συντονιστικό των σχημάτων. Η προσπάθεια επίλυσης των διαφωνιών με οργανωτικού και στρατιωτικού τύπου λογικές, βρίσκεται πολύ μακρυά από την αντιπαράθεση πολιτικών σχεδίων που θα δοκιμάζονται στις μάζες, θα αποτιμώνται, και θα κρίνονται ως τέτοια. Μέσω αυτής της καταγγελίας, προσπαθούμε να αναδείξουμε την αναγκαιότητα να ξεφύγουμε από λογικές «μαγαζιού», οργανωτικής επιβολής, στρατιωτικού τύπου αντιπαράθεση. Πρέπει να μείνει σαν κεκτημένο από όλη αυτή την ιστορία, όχι ότι απλά καταδικάσαμε τα ξύλα και την βία, αλλά ότι δεσμευόμαστε να μην επιτρέψουμε να ξανασυμβούν. Απαιτούμε από κάθε οργανωμένη αντίληψη να λογοδοτήσει στα σχήματα για τα “ραντεβού θανάτου” που έδωσε την εκάστοτε φορά, για όλες τις φορές που μετέφερε την οργανωτική αντιπαράθεση με γηπεδικούς όρους, στους συλλόγους και τα σχήματα. Τέτοια περιστατικά δεν είναι απλά ατυχή. Μετατρέπουν αγωνιστές και αγωνίστριες από πολιτικά όντα που παλεύουν συνειδητά, οργανωμένα, ακόμα με τους αναγκαίους συγκρουσιακούς όρους, σε οπαδούς πολιτικών γραμμών που η βία δεν είναι πια μέσο αλλά σκοπός. Αυτή η βία είναι μακρυά από το πεδίο της ταξικής πάλης και μας περιθωριοποιεί από τον κόσμο που θέλουμε να εκφράσουμε.

Από αυτό και μόνο φαίνεται ότι απέναντι σε τέτοιες λογικές δεν αρκεί ούτε η καταγγελία από κάθε οργανωμένη αντίληψη, ούτε η συνέχιση της οργανωτικής αντιπαράθεσης μέχρι την εξόντωση. Είναι ξεκάθαρο ότι μια συγκεκριμένη οργάνωση, η ΑΡΑΣ, είναι που κάθε φορά πρωτοστατεί στην πρόκληση βίαιων σκηνικών. Είναι επίσης ξεκάθαρο ότι η συγκεκριμένη οργάνωση προσπαθεί, αυξάνοντας συστηματικά μια απολίτικη και όλο και συχνότερα βίαιη πόλωση, να εξυπηρετήσει ένα συγκεκριμένο κεντρικό πολιτικό σχέδιο μέσα στα φοιτητικά αμφιθέατρα. Απέναντι σε αυτό, βέβαια, δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε με κανένα τρόπο ότι η αντεκδίκηση είναι η απάντηση και ο τρόπος με τον οποίο θα επιλύονται οι διαφωνίες. Τέτοιες λογικές, οφείλουν να απομονωθούν από τις διαδικασίες και τους κοινωνικούς μας χώρους, αν θέλουμε να μιλάμε για σχήματα που προσπαθούν να στρατεύουν νέους και νέες αγωνιστρές/ριες που αντιλαμβάνονται τα καθήκοντά τους ως κάτι παραπάνω από χουλιγκανισμό, τραμπούκισμα και επιβολή.

Κάθε οργάνωση και τάση πρέπει να δεσμευτεί απέναντι στα σχήματα, τόσο για τις διαδικασίες τους, όσο και για τους συλλόγους στους οποίους παρεμβαίνουν, στους οποίους οι τραμπούκοι δε δίστασαν να εκθέσουν την «πολιτική» τους πρακτική. Δεν γίνεται η ενδοαριστερή βία να σχετικοποιείται, δηλαδή να κάνουμε απλοϊκές συγκρίσεις τύπου “και με τους μπάτσους τις παίζουμε” ή να λέμε ότι όποιος οριοθετείται από τέτοιες συμπεριφορές “καταδικάζει την βία από όπου κι αν προέρχεται” όπως οι δεξιοί. Όπως δεν γίνεται και οργανώσεις που έχουν δεχτεί στο παρελθόν οι ίδιες αντίστοιχη ενδοκινηματική βία σήμερα να σχετικοποιούν τις ευθύνες, στο όνομα των κεντρικοπολιτικών τους συγγενειών.
Κλείνοντας το κομμάτι της καταγγελίας απέναντι στην προσπάθεια της ΑΡΑΣ να διαλύσει τη διαδικασία του συντονιστικού Θεσσαλονίκης και την οργανωτίστικη συνέχεια που δόθηκε, οφείλουμε να πάμε την κουβέντα ένα βήμα παραπέρα. Η κατάσταση είναι δυναμική. Πρέπει να δούμε την κατάσταση επαναπροσδιορισμού κάποιων οριοθετήσεων στο εσωτερικό του μορφώματος, ως κινητικότητα προτού σταθεροποιηθούμε σε μια νέα θέση. Το ζήτημα είναι ποια θέση θα είναι αυτή. Με λίγα λόγια, αν η επόμενη μέρα, θα βρει την αντικαπταλιστική αριστερά, αν όχι ενδυναμωμένη, τουλάχιστον διακριτή και χρήσιμη ούτως ώστε να έχει τα εργαλεία και την αυτοτέλεια να διαμορφώσει περιεχόμενο και σχέδιο για το κίνημα. Η άλλη περίπτωση είναι να την βρει περιθωριοποιημένη, διασπασμένη και ενοποιημένη κάτω από πολιτικές ομπρέλες δίχως περιεχόμενο, που θα τα λένε όλα και τελικά δεν θα λένε τίποτα. Προτάσεις που δεν βλέπουν έτσι την κατάσταση θα οδηγήσουν σε νέες υποχωρήσεις, νέες ήττες και απογοητεύσεις του ανένταχτου δυναμικού των σχημάτων ή και οργανώσεων. Ακριβώς γι’ αυτό, είναι καιρός να πάμε την κουβέντα ένα βήμα παραπέρα ως προς το περιεχόμενό της. Και αυτό δε θα γίνει, αν συνεχίζουμε να προτάσσουμε είτε τις μετωπικές λογικές χωρίς κανένα περιεχόμενο ως λύση, είτε την παραταξιοποίηση ως τρόπο αντιμετώπισης της κρισιακής κατάστασης στο εσωτερικό μας. Όσο κι αν προσπαθούμε να εφευρίσκουμε πρακτικές λύσεις, αυτές δεν θα καταφέρουν να απαντήσουν στα πολιτικά ερωτήματα που μπαίνουν και να μας πάνε ένα βήμα πιο μπροστά.

Υπό αυτό το πρίσμα, επιμένουμε ότι το πρόβλημα είναι πολιτικό και όχι οργανωτικό. Είτε θα κάνουμε τις απαραίτητες ρήξεις, είτε θα συνεχίσουμε να μιλάμε με συναισθηματικούς όρους για την ταμπέλα που λέγεται ΕΑΑΚ. Αν δεν αφήσουμε πίσω μας τα εγκεφαλικά σχέδια, την εσωστρέφεια και την έλλειψη κριτηρίων δεν θα καταλάβουμε ότι η κρίση στην οποία βρισκόμαστε απαιτεί συγκεκριμένη δράση. Έχει να κάνει με τα καθήκοντα που έχουμε προς το κίνημα όπως τα θέτει η πραγματικότητα. Η εκπαιδευτική αναδιάρθρωση όπως εκφράζεται με το νόμο Γαβρόγλου έχει προλάβει να δείξει τον δρόμο, πριν από μας. Το ίδιο, και οι συνελεύσεις που έλαβαν χώρα σε μία σειρά από συλλόγους, την στιγμή μάλιστα που εμείς δεν μπορούσαμε να ορίσουμε κινητοποιήσεις που να συμμετέχουν όλα τα σχήματα. Καθήκον μας είναι να επεξεργαστούμε μία μεθοδολογία για το πως θα παλέψουμε για δημόσια και δωρεάν παιδεία μέσω ενός ενιαίου εκπαιδευτικού μετώπου, πώς θα διεκδικήσει το φοιτητικό κίνημα μόνιμη και σταθερή δουλειά πλάι στο εργατικό κίνημα.

Αν θέλουμε λοιπόν να συζητήσουμε για απομόνωση λογικών, επανίδρυση των σχημάτων κλπ θα πρέπει να βάλουμε στην κουβέντα πολιτικά κριτήρια και να σταματήσουμε να κλείνουμε τα μάτια στα αντιπαραθετικά σχέδια που υπάρχουν στο εσωτερικό μας. Θα πρέπει να αναπτύξουμε το σχέδιο που έχει ως άξονα το κίνημα και την ριζοσπαστικοποίηση του, στην βάση ενός ανατρεπτικού πολιτικού περιεχομένου και να απομονώσουμε μια λογική διαχειριστική και συνδιαχειριστική. Αυτή είναι η λογική που από την μία έβλεπε “νίκες” σε νομοσχέδια του ΣΥΡΙΖΑ για να μας κάνει ακολουθητές του, και από την άλλη στο κίνημα έβλεπε μόνο “ήττες” για να επιβάλει συνεργασίες με τον ρεφορμιστικό χώρο. Ένα σχέδιο που έχει ως προϋπόθεση να υπάρχει μια ρευστή κατάσταση στην αντικαπιταλιστική αριστερά, να μην μπορεί δηλαδή αυτή να χαράξει ένα καθαρό, ανεξάρτητο και διακριτό πολιτικό σχέδιο.

Ταυτόχρονα όμως, πρέπει να αποτιμήσουμε και κάτι άλλο. Εδώ και δυόμιση χρόνια η αδράνεια έπαιρνε την θέση της αναγκαίας πολιτικής αντιπαράθεσης, αποδόμησης και εκτοπισμού ενός τέτοιου διαχειριστικού σχεδίου. Πρέπει να αποτιμήσουμε αυστηρά την συνειδητή επιλογή να δοθεί χώρος σε αυτές τις αντιλήψεις. Οι μεσοβέζικες λύσεις που ντύθηκαν με δήθεν αριστερά περιτυλίγματα και στο πίσω μέρος του μυαλού είχαν την ενότητα για την ενότητα. Η απόδοση των προβλημάτων στις οργανωτικές ελλείψεις που παραβλέπουν τα πολιτικά προβλήματα. Η φίμωση και το κουκούλωμα των διαφωνιών “προς αποφυγήν της εσωστρέφειας”. Όποιος και όποια ακόμα θεωρεί ότι σε αυτή τη φάση, ο κατευνασμός, οι ίσες αποστάσεις, το να λέμε κάτι και να εννοούμε κάτι άλλο, να λέμε κάτι και να πράττουμε κάτι άλλο κτλ είναι χρήσιμα, θα είναι συνυπεύθυνος/η για την περαιτέρω κλιμάκωση της διάλυσης. Κάτι τέτοιο θα αποβεί μοιραίο για την ύπαρξη της αντικαπιταλιστικής αριστεράς στα πανεπιστήμια.


Ο ρόλος μας αυτή τη στιγμή δεν είναι ούτε να συνεχίσουμε την οργανωτική αντιπαράθεση, ούτε να μιλήσουμε για τα ΕΑΑΚ αξιακά και συναισθηματικά, στα πλαίσια μιας επανίδρυσης. Ο ρόλος μας είναι να εκφράσουμε τον σχεδιασμό μας για το επόμενο διάστημα, και πάνω σε αυτόν να υπάρξουν οι αναγκαίες ρήξεις με όποια αντίληψη (και όποια οργάνωση) δεν χωράει σε αυτή τη λογική. Μέσα από μια τέτοια λογική, θα μπορέσουμε να μιλήσουμε για σχήματα που είναι επιτέλους χρήσιμα για τις ανάγκες της πληττόμενης πλειοψηφίας. Σχήματα που δουλεύουν στους συλλόγους, αποτιμούν, επαναπροσδιορίζουν κ.ο.κ. Σχήματα που εκφράζουν αυτοτελώς την αντικαπιταλιστική αριστερά στα πανεπιστήμια και βρίσκονται στο δρόμο με όλες τις αριστερές δυνάμεις. Οποιαδήποτε αντίληψη δεν θέλει να συζητήσει πάνω στο σχεδιασμό του επόμενου διαστήματος, μπορεί να μην το κάνει.



Ένα μέτρο γη για κάθε σεξιστή!

10:07 μ.μ.
Αυτό είναι ένα κείμενο-καταγγελία που καμία και κανείς δε θα ήθελε να διαβάζει αυτή τη στιγμή. Καμία και κανείς δεν θα ήθελε διαβάζει για τον ξυλοδαρμό μιας συντρόφισσας από έναν «σύντροφο». Τη στιγμή όμως που ένα τέτοιο γεγονός έλαβε χώρα, όχι απλά θέλουμε να γράψουμε γι’ αυτό, αλλά απαιτούμε να πάρουν άμεσα όλες και όλοι θέση.
Πριν λίγες μέρες λοιπόν, ενημερωθήκαμε ότι συντρόφισσα που συμμετέχει σε σχήμα της ΕΑΑΚ ξυλοκοπήθηκε από τον ερωτικό της σύντροφο, ο οποίος συμμετέχει επίσης στα ΕΑΑΚ. Ένας άνθρωπος που στην καθημερινότητά του (υποθέτουμε ότι) παλεύει για μια άλλη κοινωνία, μια κοινωνία ισότητας, παρεμβαίνει για την ανάδειξη του δίκαιου των καταπιεσμένων, εναντιώνεται στην φτώχεια, την ανεργία, τον φασισμό –και δεν ξέρουμε κι εμείς τι άλλο-, έδειρε την κοπέλα με την οποία μοιραζόταν την ερωτική του ζωή.
Πρώτο και κύριο: δεν μας ενδιαφέρει και δεν πρέπει να ενδιαφέρει κανέναν και καμία το πώς, το γιατί, οι λεπτομέρειες. Υπάρχει μια γυναίκα με μώλωπες και μια δημόσια καταγγελία. Δε χρειάζεται κάτι άλλο για να αποδεχτούμε όλοι και όλες ότι ένα περιστατικό σεξουαλικής βίας συνέβη, και μάλιστα από ένα «καλό παιδί». Δε χρειάζεται να μιμηθεί κανείς νεοφιλελεύθερες συμπεριφορές αντρών, που για να παραδεχτούν ότι κάποιος έπραξε σεξιστικά πρέπει πρώτα να σιγουρευτούν ότι η γυναίκα δεν ήταν προκλητική με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Οποιαδήποτε αναφορά προσπαθήσει να υπονοήσει είτε δημόσια είτε σε χαλαρή κουβέντα ότι «ίσως να τον προκάλεσε και λίγο», «είχε τα δίκια του κι αυτός όμως», θα τσακίζεται. Για τους πιο κακόπιστους δε, που δεν τους αρκεί καμία πληροφορία για να πειστούν, ας αναλογιστούν ότι καμία γυναίκα δεν έχει κάτι να κερδίσει από το να καταγγείλει κάτι που δεν έγινε, πόσο μάλλον δημόσια.
Έχουμε ένα θύμα και ένα θύτη λοιπόν, κι αυτό πρέπει να καταστεί σαφές.
Δεύτερο και εξίσου σημαντικό, η κακοποίηση αυτή οφείλει να γνωστοποιηθεί παντού. Μην ξεχνάμε, ότι στη μεγάλη τους πλειοψηφία τα περιστατικά κακοποίησης μένουν πολύ καλά κρυμμένα, εσωτερικεύονται, ενοχοποιούνται, λέγονται εμπιστευτικά σε ένα μόνο ζευγάρι αυτιών. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα η κάθε γυναίκα να νιώθει αδύναμη, να νομίζει ότι είναι μόνη της απέναντι στο αντρικό χέρι και μάτι, ότι αποτελεί εξαίρεση, ότι στην τελική δεν μπορεί να κάνει και κάτι ή ακόμα χειρότερα ότι μπορεί να έκανε κάτι λάθος. Δεν είναι έτσι. Από την 14χρονη στη Λάρισα μέχρι την Π. στο Ναύπλιο, ο σεξισμός είναι παντού και ο δικός μας ρόλος είναι να τον γνωστοποιούμε και να τον τσακίζουμε. Ακριβώς γι’ αυτό, δεν πρέπει να κρύβουμε τίποτα κάτω από το χαλάκι. Όλα τα σχήματα της ΕΑΑΚ πρέπει να μάθουν ότι συνέβη ένα τέτοιο περιστατικό, και ποιος ήταν ο πρωταγωνιστής της κακοποίησης. Με λίγα λόγια, οφείλουμε να δράσουμε χωρίς κανένα συναισθηματισμό απέναντι στον «σύντροφο», αλλά ίσα ίσα να συμπεριφερθούμε ακριβώς όπως θα συμπεριφερόμασταν στον εκάστοτε επίδοξο βιαστή.
Μπορεί ένα τέτοιο γεγονός να ντροπιάζει μια αριστερά που θέλει να λέγεται αντιπρόταγμα και πρωτοπορία, αλλά αν υπάρχουν υγιή κομμάτια μέσα σε αυτήν, αυτά οφείλουν να υπερασπιστούν μια συντρόφισσα η οποία είχε το θάρρος να καταγγείλει ένα τέτοιο γεγονός, να το συλλογικοποίησει και να καλέσει σε δράση. Οφείλουμε με λίγα λόγια, από τη μία να καταστήσουμε ορατό ότι υπάρχει σεξισμός, βία, βιασμοί, παρενοχλήσεις, σε κάθε ευκαιρία, γιατί όπως γίνεται φανερό υπάρχει τεράστια δυσκολία να πειστούμε. Και από την άλλη, οφείλουμε να κάνουμε κάτι για αυτό. Υποτίθεται βρισκόμαστε σε ένα χώρο που ξέρουμε καλύτερα από τον καθένα και την καθεμία άλλωστε ότι η οποιαδήποτε επίθεση απαιτεί συλλογική απάντηση. Από κει και πέρα, αν καταφέρει ο χώρος να αντιληφθεί ότι υπάρχει σεξισμός  και γενικά και ειδικά, καλά θα κάνει να μιλήσει για αυτόν. Αν δε για κάποι@ είναι άβολο να μιλήσει καταγγελτικά για έναν «σύντροφο», εμείς θα θυμίσουμε ότι μπροστά στη σωματική ακεραιότητα μιας γυναίκας, τα μικροπολιτικά παιχνίδια δεν υπάρχουν ούτε ως σκέψη.
Εμείς από τη μεριά μας, πιστεύουμε ότι αυτό το περιστατικό θα μπορούσε να μην έχει συμβεί. Θα μπορούσε να μην έχει συμβεί, αν η αριστερά είχε μάθει να υπερασπίζεται το γυναικείο ζήτημα όπως υπερασπίζεται το προσφυγικό. Όταν οι άνθρωποι που εξεγείρονται όταν κάποιος στην παρέα πει ένα ρατσιστικό «αστειάκι», εξεγερθούν με τον ίδιο τρόπο όταν ειπωθεί ένα σεξιστικό «αστειάκι». Όταν συνειδητοποιήσουν ότι οι αντιθέσεις που ονομάζουν δευτερεύουσες, καμιά φορά καταλήγουν και σε κακοποιήσεις. Η αλήθεια είναι, ότι –ακόμα κι αν για κάποιους αυτό είναι άβολο- ο σεξισμός δεν είναι δευτερεύουσα αντίθεση. Η αλήθεια είναι ότι ο σεξισμός είναι από τις πιο διαδεδομένες διακρίσεις –αν όχι η πιο διαδεδομένη. Άλλωστε η γυναικεία καταπίεση είναι η πιο παλιά μορφή ταξικής κατίσχυσης. Αν δεν πειθόμαστε, ας σκεφτούμε το μέγεθος της φυσικοποίησής του στην κοινωνία. Τον τρόπο με τον οποίο έχει γίνει από τις επικρατέστερες μορφές διάκρισης. Ο σεξισμός λοιπόν είναι μία από τις πολλαπλές καταπιέσεις που δέχεται η γυναίκα. Γι’ αυτό το λόγο, θα ήταν γόνιμο να διαλέγουμε στρατόπεδο με την ίδια ευκολία που διαλέγουμε στρατόπεδο όταν συζητιέται το προσφυγικό ή ο αντιφασισμός. Χωρίς κανένα ίχνος σκεπτικισμού, το ρεύμα που υπερασπίζεται τον αντιφασισμό πρέπει να μάθει να υπερασπίζεται και τη γυναικεία απελευθέρωση. Με τον ίδιο ακριβώς μαχητικό τρόπο.
Ta σχήματα της ΕΑΑΚ όμως εδώ και χρόνια δείχνουν τεράστια αδυναμία να το καταλάβουν αυτό, με αποτέλεσμα να υπάρχει αδικαιολόγητη ολιγωρία πάνω στο κομμάτι του αντισεξισμού, ενάντια στην κουλτούρα του βιασμού κ.ο.κ. Η απουσία από το φεμινιστικό κίνημα, η υποτίμηση των κινητοποιήσεων, η έλλειψη εμβάθυνσης στο γυναικείο, γίνονται συνειδητά εδώ και χρόνια και έχουν ως φυσική συνέχεια την αναπαραγωγή ενσωματώσιμων και επικίνδυνων λογικών γύρω από το ζήτημα της γυναικείας καταπίεσης. Η αποχή από τον φεμινισμό άλλωστε, είχε ως αποτέλεσμα το περσινό αμφιθέατρο ΕΑΑΚ να εξισώνει με περίσσεια αυτοπεποίθηση τη βία του κινήματος με την ενδοοικογενειακή βία ή να δίνεται πολιτική στέγη από οργανώσεις σε «συντρόφους» που κατηγορήθηκαν για σεξουαλική παρενόχληση, όπως παλιότερα και εντέλει να αποχωρεί από τον χώρο το θύμα και όχι ο θύτης.  Για να γίνονται τα πράγματα ξεκάθαρα, λοιπόν, αντισεξισμός δεν είναι να μην κάνουν οι κοπέλες περιφρούρηση για να μην χτυπηθούν. Αντισεξισμός είναι να ΜΗ δέρνεις την κοπέλα σου.
Σε περίπτωση που δεν έγινε κατανοητό, θεωρούμε ότι δεν πρόκειται για ένα τυχαίο γεγονός. Τόσο στην μεγάλη εικόνα, όσο και στη μικρή, φαίνεται με μεγάλη λύπη να υπάρχει μια φυσική συνέχεια. Από τη μία, σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης και ανόδου της ακροδεξιάς, η πατριαρχία δένεται θαυμάσια με τις ανάγκες του καπιταλισμού και άρα αναπαράγεται γοργά, με ενδεικτικά τα ποικίλα παραδείγματα κακοποίησεων για τα οποία κάνουμε λόγο το τελευταίο διάστημα. Από την άλλη, η αμφιβολία για την ιεράρχηση του γυναικείου ζητήματος της γυναικείας καταπίεσης στο εσωτερικό του μορφώματος και τον καθημερινό λόγο των σχημάτων, γαλουχεί τους συντρόφους και τις συντρόφισσες σε λογικές που αναπαράγουν την πατριαρχία αντί να προτάσσονται απέναντι σε αυτή. Πραγματικά, δεν ξέρουμε τι άλλο πρέπει να γίνει για να γίνει κατανοητό ότι ο αντικαπιταλιστικός αγώνας δεν μπορεί παρά να συνδέεται άμεσα με τον αγώνα ενάντια στην πατριαρχία. Η απελευθέρωση των καταπιεσμένων από κάθε είδους εκμετάλλευση και καταπίεση, αλλά και από το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα που τις γεννά, δεν νοείται χωρίς τη χειραφέτηση των γυναικών. Οφείλουμε λοιπόν να στηρίξουμε με κάθε τρόπο κινήσεις που επιδιώκουν να απομονώσουν καταπιεστικές σεξιστικές συμπεριφορές, οφείλουμε να κάνουμε τα πάντα για να ενισχύσουμε την αντισεξιστική και φεμινιστική συνείδηση και πρακτική εντός και εκτός του κινήματος. Η πρακτική των ανθρώπων που συμμετέχουν ενεργά στο κίνημα λοιπόν, δεν μπορεί να διακατέχεται από επιχειρήσεις σεξιστικών ξυλοδαρμών στην προσωπική ατομική σφαίρα. Η πρακτική άλλωστε, είναι αυτή που ορίζει την ποιότητα του κινήματος, και όχι τα λόγια. Ακριβώς γι’ αυτό, στα σχήματα της ΕΑΑΚ στα οποία παρεμβαίνουμε και συνυπάρχουμε, δεν χωράνε λογικές τύπου «καλό παιδί, αλλά σεξιστής». Αν θέλουμε να συνεχίσουμε να γράφουμε στα αφισάκια μας ότι «οι βιαστές είναι άντρες καθημερινοί», οφείλουμε να το υπερασπιστούμε στην πράξη. Οφείλουμε να μη δίνουμε κανένα άλλοθι στους καθημερινούς άντρες. Οφείλουμε να παρέχουμε υγιή και ασφαλή πολιτική στέγη στις συντρόφισσές μας. Όταν τίθεται ζήτημα υπεράσπισης των σχημάτων και της λογικής που αυτά πρεσβεύουν, πρέπει να είμαστε ξεκάθαρ@ για το αν θέλουμε τέτοια άτομα πλάι μας στο κίνημα. Κι εμείς δεν μπορούμε να φανταστούμε να βρισκόμαστε στην ίδια αλυσίδα με αυτό τον «σύντροφο». Οι υπόλοιπες οργανώσεις και όλα τα σχήματα θα πρέπει να ξεκαθαρίσουν αν μπορούν να το φανταστούν.
Αρνούμαστε να είμαστε στον ίδιο πολιτικό χώρο με αυτόν. Φασίστες, ρατσιστές και σεξιστές σας ψάχνουμε!
Ελπίζουμε αυτό το κείμενο να σε προσβάλλει.
Φοιτητική ομάδα ΟΚΔΕ - Σπάρτακος


ΚΟΙΝΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΝΕΟΛΑΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΤΗΤΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΗΡΙΑΝΝΑΣ Β.Λ. ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ Μ.

10:03 μ.μ.
Η δεύτερη κατά σειρά απόρριψη από το πενταμελές εφετείο αναστολών της αίτησης αναστολής εκτέλεσης ποινής της Ηριάννας και του Περικλή και η συνέχιση της φυλάκισής τους, προκαλεί οργή και αγανάκτηση σε κάθε προοδευτικό και δημοκρατικό άνθρωπο, σε όλο τον λαό και τη νεολαία. Αποτελεί πρόκληση τεραστίων διαστάσεων και επίδειξη ισχύος από την πλευρά ενός ολόκληρου συστήματος εκμετάλλευσης και καταπίεσης, που στέλνει μήνυμα προς πάσα κατεύθυνση για τη δυνατότητά του να τσαλαπατάει και να καταδικάζει σε ομηρία ανθρώπους, ακόμα και χωρίς κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
Φαίνεται πως η δικαστική σκευωρία τρομοκράτησης, που οδήγησε στον αρχικό εγκλεισμό των δύο νέων ανθρώπων, συνεχίζει να βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Αποκαλύπτεται, για άλλη μια φορά, το πραγματικό πρόσωπο της «ουδέτερης» αστικής δικαιοσύνης, η οποία την ίδια στιγμή που καταδικάζει την Ηριάννα και τον Περικλή, αφήνει ελεύθερους να αλωνίζουν φασίστες σαν τον δολοφόνο Ρουπακιά και κάθε λογής εκπροσώπους του σάπιου συστήματος που είναι ταγμένη να υπηρετεί. Ποινικοποιώντας, εν προκειμένω, μέχρι και τις κοινωνικές σχέσεις, βάζοντας στο στόχαστρο ακόμα και τις ανθρώπινες επαφές, με τη χρησιμοποίηση της κακόφημης και διάτρητης μεθόδου «ταυτοποίησης DNA». Το δικαστικό σώμα για άλλη μια φορά αποδεικνύεται συστατικό στοιχείο του κρατικού κατασταλτικού μηχανισμού.
Η πολιτική στόχευση της συγκεκριμένης υπόθεσης είναι σαφής: θέλουν να σπείρουν τον φόβο, να αναβαθμίσουν και να διευρύνουν τις διαθέσιμες μεθόδους στοχοποίησης και τρομοκράτησης οποιουδήποτε αντιστέκεται και αμφισβητεί την κυρίαρχη πολιτική. Η σκευωρία αυτή, όχι μόνο δεν πρόκειται για μεμονωμένη περίπτωση, αλλά αποτελεί ποιοτική τομή στο πλαίσιο του δόγματος του «νόμου και της τάξης», της πολιτικής της περιστολής των δημοκρατικών δικαιωμάτων και των λαϊκών ελευθεριών, που είναι απαραίτητο συμπλήρωμα για την απρόσκοπτη προώθηση της αντιλαϊκής επίθεσης κυβέρνησης-Ε.Ε.-ΔΝΤ-κεφαλαίου. Οι δίκες και καταδίκες αγωνιστών, η άγρια καταστολή στις διαδηλώσεις, οι απεργίες που κηρύσσονται «παράνομες και καταχρηστικές», οι διώξεις των αγωνιζόμενων κατοίκων της Χαλκιδικής, οι μηνύσεις σε φοιτητές της Ξάνθης για την πολιτική τους δράση, οι φασιστικές επιθέσεις σε μετανάστες, η δίκη των κομμουνιστών της ΑΤΙΚ στο Μόναχο, είναι μερικές μόνο από τις χαρακτηριστικές εκφράσεις αυτής της πολιτικής.
Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, ακολουθώντας τα χνάρια των προκατόχων της, έχει αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο στην επίθεση ενάντια στα δημοκρατικά δικαιώματα και είναι απόλυτα συνυπεύθυνη για την εξέλιξη της υπόθεσης της Ηριάννας και του Περικλή. Οι υποκριτικές δηλώσεις και τα κροκοδείλια δάκρυά της δεν πείθουν κανένα. Μάλιστα, όχι μόνο διατηρεί το υπάρχον αντιδραστικό νομοθετικό οπλοστάσιο ενάντια στις ελευθερίες λαού και νεολαίας, αλλά προετοιμάζεται και να το διευρύνει, έχοντας στα σκαριά τον νέο αντισυνδικαλιστικό νόμο που καταργεί το δικαίωμα στην απεργία, στο πλαίσιο της 3ης αξιολόγησης με τους «θεσμούς».
Η υπόθεση της Ηριάννας και του Περικλή είναι υπόθεση όλων μας! Είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαία η ανάπτυξη ενός μαζικού κινήματος αλληλεγγύης, που θα απαιτήσει να αθωωθούν οριστικά και αμετάκλητα και να πέσει στο κενό η κρατική σκευωρία. Καλούμε τον λαό και τη νεολαία να μπουν στην πρώτη γραμμή της πάλης για την υπεράσπιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Επιδιώκουμε τη συνάντηση με πρωτοβουλίες, συλλογικότητες και όλο το κίνημα συμπαράστασης που αναπτύχθηκε το τελευταίο διάστημα. Η νέα γενιά μπορεί και πρέπει να πρωτοστατήσει, κόντρα στο μέλλον καταπίεσης και ανελευθερίας που της επιφυλάσσει το σύστημα!

- ΑΜΕΣΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΑΘΩΩΣΗ ΤΗΣ ΗΡΙΑΝΝΑΣ Β.Λ. ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ Μ.
- ΚΑΤΩ ΟΙ ΤΡΟΜΟΝΟΜΟΙ ΚΑΙ ΟΛΟ ΤΟ ΚΑΤΑΣΤΑΛΤΙΚΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΟΠΛΟΣΤΑΣΙΟ
- ΚΑΤΩ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΕΣ
Καλούμε όλο τον λαό και τη νεολαία, κάθε προοδευτικό και δημοκρατικό άνθρωπο, σε διαδήλωση αλληλεγγύης στην Ηριάννα και τον Περικλή, για την υπεράσπιση των λαϊκών ελευθεριών και δικαιωμάτων, την Τρίτη 24/10, με συγκέντρωση στα Προπύλαια στις 18.30.
Ανασύνθεση ΟΝΡΑ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ - επιτροπή νεολαίας, ΑΡΑΝ-τομέας νεολαίας, ΑΡΑΣ-τομέας νεολαίας, Αριστερό Ρεύμα Νεολαίας, ΑΡΙΣ-τομέας νεολαίας, ΑΡΚ, ΔΕΑ, Δικτύωση Ριζοσπαστικής Αριστεράς και Δίκτυο για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, νεολαίοι ΚΚΕ(μ-λ), νέοι-ες ΛΑΕ, νΚΑ, ΟΕΝ-νεολαία του ΕΕΚ, νεολαία ΟΚΔΕ Σπάρτακος, Παρέμβαση, ΣΕΚ

Και αυτός ο νόμος να μείνει… στα χαρτιά!

2:25 μ.μ.
Οι εξαγγελίες του υπ. Παιδείας Κ. Γαβρόγλου για το νέο νομοσχέδιο για την εκπαίδευση που ψηφίστηκε πρόσφατα στη Βουλή, δεν είχαν σε τίποτα να ζηλέψουν παλιότερες ανακοινώσεις υπουργών Παιδείας, αφού και σ' αυτές δεν έλειψαν οι αναφορές για ελεύθερη πρόσβαση των μαθητών στο πανεπιστήμιο, για ίσες ευκαιρίες, μείωση της παραπαιδείας κτλ. Στην πραγματικότητα όμως το νομοσχέδιο αυτό είναι πιο σκληρό και πιο ανταγωνιστικό για τους μαθητές και τις μαθήτριες, λιγότερο “αξιοκρατικό” και σίγουρα πολύ πιο ταξικό. Προφανώς, το υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα (με το οποίο δεν λέει κανείς/καμία ότι είμαστε ευχαριστημένοι!) κοστίζει πολύ περισσότερο για το κράτος και δεν ανταποκρίνεται στις επιταγές της ΕΕ και του ΟΟΣΑ για την εκπαίδευση, με τις οποίες πρέπει να ευθυγραμμιστεί η κυβέρνηση λόγω των μνημονιακών της δεσμεύσεων.
Οι αλλαγές που επιφέρει το νέο νομοσχέδιο στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, θα ξεκινήσουν από την σχολική χρονιά 2019-2020, ενώ μέχρι τότε θα γίνει ελάφρυνση της ύλης από την ήδη τρέχουσα σχολική χρονιά. Αναμένονται αλλαγές στα περισσότερα προγράμματα σπουδών και στις ύλες των μαθημάτων, μια συζήτηση που έχει ήδη ξεσηκώσει αντιδράσεις από καθηγητές αλλά και γονείς. Ταυτόχρονα, μέχρι το 2020 θα έχει γίνει υποχρεωτική και η φοίτηση του Λυκείου, σε μια κατεύθυνση εξάλειψης της ανήλικης εργασίας, αφού παρατηρείται η ολοένα και μεγαλύτερη εγκατάλειψη του Λυκείου από μαθητές και μαθήτριες που έχουν ανάγκη να εργαστούν για να βοηθήσουν τις οικογένειες τους, μια ανάγκη που έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια λόγω της οικονομικής κρίσης. Δεν αναζητείται όμως, από την κυβέρνηση ένας τρόπος μείωσης της ανάγκης αυτής στη ρίζα της (δεν θα μπορούσε άλλωστε!) αλλά γίνεται προσπάθεια να αποσιωπηθεί με διάφορους τρόπους.
Οι εξαγγελίες του ΣΥΡΙΖΑ για κατάργηση των Πανελλαδικών Εξετάσεων πέφτουν στο κενό και απλά μετονομάζονται "Κεντρικά Οργανωμένες Εξετάσεις". Οι μαθητές/τριες δε θα δίνουν πια εξετάσεις για την εισαγωγή τους στο πανεπιστήμιο μία, αλλά δύο φορές, καθώς προστίθεται μια εξέταση πανελλαδικού χαρακτήρα και τον Γενάρη, η οποία θα προσμετράται στην τελική βαθμολογία μόνο εάν ο βαθμός είναι μεγαλύτερος από τις εξετάσεις του Μαΐου. Αυτή την κίνηση το Υπουργείο τη δικαιολογεί λέγοντας ότι δεν μπορεί να κρίνει ένα 3ωρο ολόκληρη την ζωή των μαθητών (αλλά μπορούν δύο;). Είναι σαφές ότι η εισαγωγή παραπάνω εξετάσεων σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που περιστρέφεται γύρω από αυτές, βοηθάει μόνο την αύξηση της παραπαιδείας, για τους μαθητές και τις μαθήτριες που έχουν αυτή την δυνατότητα και αφήνει απ’ έξω εκείνους/ες που δεν μπορούν να πληρώσουν ιδιαίτερα και φροντιστήρια για να περάσουν στο πανεπιστήμιο. Ταυτόχρονα δημιουργείται ένα μεγαλύτερο άγχος στους μαθητές/τριες, αφού πρέπει να περάσουν το βάρος των εξετάσεων δύο φορές.
Σε αυτές τις εξετάσεις τα μαθήματα που θα δίνονται θα είναι 4, το 1 θα είναι  για όλους/ες το μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας και τα άλλα 3 θα τα επιλέγουν οι μαθητές/τριες, ανάλογα με το ποιο επιστημονικό πεδίο θέλουν να ανοίξουν. Τα μαθήματα που θα διδάσκονται οι μαθητές/τριες στην Γ’ Λυκείου θα είναι τα μισά σε σύνολο από ότι προηγουμένως (από 14 μαθήματα, θα διδάσκονται πια μόλις 7). Σε αυτή την κατάσταση, παρόλες τις διαβεβαιώσεις του κ. Γαβρόγλου δεν είναι δυνατόν να μην υπάρξουν περικοπές προσωπικού, καθώς καταργούνται ειδικότητες, άρα ένα μεγάλο κομμάτι εκπαιδευτικών δε θα είναι χρήσιμο για το νέο εκπαιδευτικό σύστημα. Αυτό μπορεί να μην γίνει άμεσα με απολύσεις κτλ αλλά είναι πιθανό να μην προκηρυχθούν νέες θέσεις προσωπικού, είτε μόνιμων, είτε αναπληρωτών.
Βασική κατεύθυνση του νέου νομοσχεδίου είναι και η διοχέτευση περισσότερων μαθητών και μαθητριών στα ΕΠΑΛ, αφού φαίνεται πως η παραγωγή έχει πια ανάγκη από τεχνικούς εργάτες, καταρτισμένους, όχι απλά εξειδικευμένους, σε μία συγκεκριμένη εργασία, περισσότερο από τους πτυχιούχους/διπλωματούχους ενός γνωστικού αντικειμένου. Γι΄αυτό το λόγο λοιπόν η κυβέρνηση προσπαθεί να κάνει το Επαγγελματικό Λύκειο πιο θελκτικό για τους μαθητές/τριες. Αυτό επιδιώκεται είτε με την «υπόσχεση» της κυβέρνησης ότι οι απόφοιτοι/ες του ΕΠΑΛ θα μπορούν πια να φοιτούν και σε ΑΕΙ (κάτι που παλιότερα δεν ίσχυε παρά για το 1% των αποφοίτων ΕΠΑΛ) αλλά και με την αύξηση των θέσεων της λεγόμενης «μαθητείας» για περισσότερους/ες μαθητές/τριες. Η «μαθητεία», που στην ουσία είναι απλήρωτη εργασία πλάι σε κάποιον/α επαγγελματία, προσφέρεται από την κυβέρνηση σαν «τυράκι» για να προσελκύσει περισσότερο κόσμο στα ΕΠΑΛ, στη λογική ότι ο/η απόφοιτος/η  θα έχει ένα είδος προϋπηρεσίας και εμπειρίας όταν τελειώσει το σχολείο και θα είναι πιο εύκολο να εργαστεί αμέσως. Όλα αυτά συμβαίνουν μόνο και μόνο για να καλύψουν τις ανάγκες του συστήματος το οποίο ζητά εργαζόμενους που είναι υπάκουοι και υποτελείς στο κάθε αφεντικό, πειθήνιοι και ευέλικτοι σύμφωνα με τις εκάστοτε ανάγκες της αγοράς, και φυσικά με χαμηλότερο ή ακόμα καλύτερα καθόλου μισθό.
Και αφού λοιπόν έχει δημιουργηθεί αυτός ο τύπος αποφοίτου από το Λύκειο (είτε Γενικό, είτε ΕΠΑΛ), πρέπει να τον συνδυάσουμε με τις αλλαγές που συμβαίνουν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και τα αποτελέσματα που έχουν αυτές για τους φοιτητές/τριες που ήδη βρίσκονται στο πανεπιστήμιο ή σε κάποιο ΤΕΙ αλλά και για τους μελλοντικούς φοιτητές και φοιτήτριες.
Όπως και στις περισσότερες αλλαγές, των τελευταίων ετών, στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, βασικός άξονας και του νομοσχεδίου Γαβρόγλου, είναι η χρηματοδότηση των ιδρυμάτων. Το εντυπωσιακό όπως πάντα για την «αριστερή» κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι έκανε το μεγάλο βήμα, παίρνοντας την πρωτοβουλία να καταθέσει προγράμματα για την αυτοχρηματοδότηση των ιδρυμάτων που ακόμα και η Γιαννάκου ντρεπόταν να το κάνει. Πιο αναλυτικά η αντιδραστική αυτή τομή ξεκινάει με την επιβολή διδάκτρων για όλες τις μεταπτυχιακές σπουδές, με το 30% των φοιτητών που καλύπτουν τα εισοδηματικά κριτήρια που ορίζει το υπ. Παιδείας να μην πληρώνουν, στο όνομα της αριστερής φυσιογνωμίας που προσπαθεί να διατηρήσει. Στην ουσία, η υποχρηματοδότηση των τριτοβάθμιων ιδρυμάτων που εδώ και χρόνια έχει μειωθεί κατά 80%-90%, είχε σταδιακά το στρατηγικό αποτέλεσμα του ανοίγματος χώρου εντός τους για την διείσδυση επιχειρήσεων και ιδιωτών. Δεν πρόκειται για είδηση αλλά για μια συνεχή διαδικασία που σχεδόν ολοκληρώνεται με το νομοσχέδιο Γαβρόγλου. Η αυτοχρηματοδότηση των ιδρυμάτων είναι η βασική τομή της αστικής ρητορείας για τα σχέδια της στο πανεπιστήμιο καθώς φροντίζει κάθε δυνατή λεπτομέρεια για την σκλήρυνση των ταξικών φραγμών και την επιχειρηματικοποίηση των ίδιων των ιδρυμάτων.
Το δεύτερο στοιχείο του νέου νομοσχεδίου του υπουργείου παιδείας είναι τα Ακαδημαϊκά Συμβούλια και οι ΕΛΚΕ (Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων Έρευνας). Στην ουσία πρόκειται για το αναγκαίο βήμα, δηλαδή για την ακόμα ευκολότερη διείσδυση των επιχειρήσεων εντός του πανεπιστημίου. Η αστική τάξη έφτασε στο συμπέρασμα ότι η διείσδυση των επιχειρήσεων όπως αυτή επιθυμούσε στα ιδρύματα δεν μπορούσε να γίνει στον επιθυμητό βαθμό από τα προηγούμενα νομοσχέδια και τη διαρκή υποχρηματοδότηση που ακολούθησε αυτών.  Έτσι η ρύθμιση αυτής της κατεύθυνσης εκ των έσω του πανεπιστημίου καθορίζει επακριβώς και με τον βέλτιστο τρόπο την προσαρμογή των ιδρυμάτων στις ανάγκες της αγοράς, είτε αυτές είναι συγκυριακές είτε στρατηγικού τύπου, μέσα από τις αποφάσεις των Ακαδημαϊκών Συμβουλίων. Ταυτόχρονα ο καθορισμός του περιεχομένου της έρευνας και του ξεπουλήματος των σκοπών του ιδρύματος γίνεται από τον «καλοθελητή» επενδυτή με την συγκατάθεση των Ακαδημαϊκών Συμβουλίων.
Τρίτο και πολύ σημαντικό σημείο αναφοράς για το εντυπωσιακά κατάπτυστο αυτό νομοσχέδιο είναι οι αλλαγές όσον αφορά την δια βίου μάθηση. Στην ουσία, πρόκειται για μια αναβάθμιση στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται οι κατευθύνσεις της δια βίου μάθησης. Η ίδρυση του Εθνικού Συστήματος Διαρκούς Επιμόρφωσης που θα εξασφαλίζει με επιστημονική ακρίβεια το πόσα επιπλέον μαθήματα-καψόνια θα χρειαστεί να περάσει και να πληρώσει ο/η φοιτητής/τρια έτσι ώστε να γίνει ανταγωνιστικός/ή, ευέλικτος/ή και πάνω απ' όλα άριστος/η επιστήμονας, σύμφωνα με τα κριτήρια των μελλοντικών αφεντικών του. Επιπλέον, ιδρύονται τα -ανά ίδρυμα- ΚΕΔΙΒΙΜ (Κέντρα Δια Βίου Μάθησης) τα οποία είναι υπεύθυνα για την προσαρμογή των κεντρικά προωθούμενων αλλαγών στις εκάστοτε σχολές και το «επίπεδο των αποφοίτων».
Κομμάτι του νομοσχεδίου αυτού, αφορά και την αντιπροσώπευση των φοιτητών στα όργανα διοίκησης των ιδρυμάτων. Πιο αναλυτικά, ο Γαβρόγλου, σαν «γνήσιο» στέλεχος της αριστεράς θέλει ο λόγος και τα συμφέροντα των φοιτητών να «έχουν απήχηση» στις συγκλήτους και τις κοσμητείες, και για αυτό ακριβώς επιτρέπει την εκλογή τους στα όργανα αυτά μέσα από κεντρικές εκλογές των ιδρυμάτων ανά χρόνο, αλλά και δικαίωμα ψήφου στις πρυτανικές εκλογές. Η στρατηγική αυτή αλλαγή είναι το καλύτερο δυνατό παράδειγμα της καλλιέργειας της συνδιοικητικής αυταπάτης με την οποία άλλωστε και ο ίδιος πολιτικοποιήθηκε. Σ' αυτό λοιπόν, χρέος μας είναι το σπάσιμο των πρυτανικών εκλογών για να δίδεται ξεκάθαρο το μήνυμα του ότι στο ίδιο τραπέζι δεν κάθονται να διαπραγματευτούν φοιτητές με καθηγητάδες, αλλά είναι δουλεία των φοιτητικών συλλόγων και των συνελεύσεων τους να ορίζουν την δράση τους, ανεξάρτητα και  χωρίς κανένα είδος διαπραγμάτευσης!
Τέλος, το νομοσχέδιο αυτό προβλέπει την σταδιακή κατάργηση των ΤΕΙ και την μετατροπή τους σε ΑΕΙ. Σε όλη αυτή τη διαδικασία ο πειραματικός σωλήνας θα είναι τα δύο ΤΕΙ που βρίσκονται στην Αττική (ΤΕΙ Αθήνας-ΤΕΙ Πειραιά). Αναλυτικότερα το νομοσχέδιο προβλέπει συγχωνεύσεις και καταργήσεις τμημάτων, που σε πολλές περιπτώσεις τα αντικείμενα σπουδών δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα την σταδιακή μείωση των εισακτέων του καινούριου Ιδρύματος (Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής) και την απόλυση διδακτικού και διοικητικού προσωπικού. Στόχος του υπ. Παιδείας με αυτή την κίνηση είναι να μεταφέρει τον τίτλο των «εργαζόμενων δεύτερης κατηγορίας» από τους ΤΕΙτζήδες, στους αποφοίτους των ΕΠΑΛ (όπως προαναφέρθηκε) και ταυτόχρονα να «αναβαθμίσει» τον ρόλο που έπαιζαν μέχρι τώρα τα ΤΕΙ. Η μόνη απάντηση απέναντι στα σχέδια του Γαβρόγλου για τα ΤΕΙ δεν μπορεί να είναι άλλη από την ενιαία πανεπιστημιακή εκπαίδευση για όλους και όλες τους φοιτητές/τριες και ένα πτυχίο ανά γνωστικό αντικείμενο.
Πριν κλείσουμε, ας μην ξεχνάμε ότι όλα αυτά εντάσσονται στα πλαίσια της γενικότερης στρατηγικής που στοχάζονται η ΕΕ και όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις, τα τελευταία σχεδόν είκοσι χρόνια, με την συνθήκη της Bologna, ενώ εννοείται δεν παρακάμπτουν τις δεσμεύσεις των μνημονίων, τις κατευθύνσεις του ΟΟΣΑ και των εξωτερικών αξιολογήσεων της ΑΔΙΠ. Με λίγα λόγια, τα καθήκοντα που εντοπίσαμε όλο τον προηγούμενο καιρό παραμένουν τα ίδια, αν και αναβαθμισμένα. Στο νομοσχέδιο θεωρείται ως δεδομένη η διάσπαση του πτυχίου σε bachelor και master, η ποσοτικοποίηση των προσόντων σε μονάδες ECTS και η αντιστοίχηση όλων των τίτλων σπουδών, ξεκινώντας από το δημοτικό(!), στο Εθνικό Σύστημα Πιστοποίησης Προσόντων. Κάθε διαδικασία εκπαίδευσης, κατάρτισης και έρευνας εντάσσεται στον Ενιαίο Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας, και στην κεντρική στρατηγική που χαράσσεται γύρω από αυτόν. Η ένταξη αυτή προϋποθέτει την αλλαγή των Προγραμμάτων Σπουδών, ούτως ώστε να ευθυγραμμίζονται με τα παραπάνω πρότυπα. Σκοπός δεν είναι άλλος από τον περαιτέρω κατακερματισμό, και την συνεπαγόμενη ρευστοποίηση του εργατικού δυναμικού, παράλληλα με την εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών συμφερόντων. Τα νεοσύστατα όργανα (Ακαδημαϊκά Συμβούλια και Κέντρα Δια Βίου Μάθησης) που αναφέρθηκαν, μπορούν να αποτελέσουν τον πιο καλό συντονιστή σε αυτή την προσπάθεια, αλλά είναι και ενδεικτικά του δομικού ρόλου του αστικού πανεπιστημίου, που παραμένει επίκαιρος.
Σαν συμπέρασμα λοιπόν, το νομοσχέδιο αυτό χρήζει ιδιαίτερης προσοχής και επαγρύπνησης της φοιτητιώσας νεολαίας, των μαθητών/τριών, των καθηγητών της δευτεροβάθμιας αλλά και των γονέων της εργατικής τάξης που καλούνται να ανταποκριθούν στις οικονομικές ανάγκες που επιβάλλονται στην εκπαίδευση. Μπορεί να μην περιέχει τις άμεσες και σκληρές επιθέσεις που μας έφερναν τα νομοσχέδια Γιαννάκου, Διαμαντοπούλου ή Αρβανιτόπουλου, αλλά περιέχουν, επιμέρους μεν, τολμηρές δε, τομές της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης που άλλοτε δεν συζητούνταν καν στη βουλή λόγω της μεγάλης αντίδρασης που θα ξεσπούσε. Οι τομές αυτές δικαιώνουν την προπαγανδιστική δουλειά των σχημάτων της ΕΑΑΚ τα τελευταία χρόνια και αποδεικνύουν, όχι τις μαντικές τους ικανότητες, αλλά ότι η ανάλυση και τα αντανακλαστικά των σχημάτων βρίσκονται πάντα στο ύψος των αναγκών της περιόδου.
Σε μια τέτοια κρίσιμη περίοδο λοιπόν, τα σχήματα πρέπει να μπουν στο δρόμο της δημιουργίας ενός μαζικού, ανατρεπτικού και αντικαπιταλιστικού πανεκπαιδευτικού μετώπου ενάντια στο νομοσχέδιο αυτό και να εξασφαλίσουν ότι δεν πρόκειται να εφαρμοστεί άρθρο για άρθρο!

3o Camping Σπάρτακος

10:59 π.μ.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΦΟΙΤΗΤΙΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΟΚΔΕ-ΣΠΑΡΤΑΚΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΦΟΙΤΗΤΙΚΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ

2:19 μ.μ.
Βγαίνοντας από μία ακόμα μάχη που τα σχήματα της ΕΑΑΚ δώσανε με όλη τους της δύναμη μέσα στους φοιτητικούς συλλόγους, μπορούμε να βγάλουμε χρήσιμα συμπεράσματα για τις ανάγκες αλλά τις ελλειματικές του φοιτητικού κινήματος στο τώρα. Χαρακτηριστικά των φετινών φοιτητικών εκλογών ήταν η ακόμα μεγαλύτερη πτώση της συμμετοχής, η αποχή, οι ιδιαιτερότητες στις διάφορες ανακατάξεις καθώς και η ακόμα πιο έντονη παρουσία τραμπούκικων λογικών στο φοιτητικό κίνημα σε σχέση με άλλες χρονιές. Υπό αυτό το πρίσμα, οφείλουμε κι εμείς με τη σειρά μας, πριν ξεκινήσουμε την όποια ανάλυση, να αναγνωρίσουμε τη σημασία κάθε σχηματία που προσπάθησε να ανταποκριθεί για άλλη μια φορά στην κρίσιμη αυτή πολιτική μάχη με αποτέλεσμα τα σχήματα της ΕΑΑΚ να έχουνε για άλλη μια φορά ηχηρό αποτέλεσμα στην πανελλαδική αλλά και την επιμέρους καταγραφή, διατηρώντας για άλλη μια χρονιά ψηλά των πήχη των απαιτήσεων για την πορεία του φοιτητικού κινήματος.

Ξεκινώντας από τη μεγάλη εικόνα, η πτώση της συμμετοχής σε σχέση με την ήδη πεσμένη συμμετοχή της περσινής χρονιάς, οφείλει να μας προβληματίσει. Παρά το γεγονός ότι όλο το ακαδημαικό έτος αναγνωρίζαμε μια σχετικά καλύτερη κατάσταση τόσο στο εσωτερικό των φοιτητικών συλλόγων όσο και στο δρόμο, η μικρή αυτή ανοδική κίνηση δεν αποτυπώθηκε στην κάλπη. Τα στοιχεία αυτά, σε συνδιασμό με την τεράστια απάθεια και αδιαφορία που αναγνωρίζουμε τα τελευταία χρόνια στο φοιτητικό σώμα, αναδεικνύουν από τη μία πλευρά μια στοιχειώδη αναβάθμιση της πολιτικής αναζήτησης τη φετινή χρονιά, αλλά από την άλλη επιβεβαιώνουν τη δυσκολία των σχημάτων να αναγνωρίσουν τα ποιοτικά της χαρακτηριστικά και άρα να τα εκφράσουν στις εκάστοτε μάχες. Ως αποτέλεσμα, μεγάλος νικητής των φοιτητικών εκλογών αναδεικνύεται για άλλη μια φορά η αποχή, η μαζική απουσία από μια διαδικασία του φοιτητικού κινήματος, με τις καθεστωτικές δυνάμεις ή ακόμα και την επίσημη αριστερά, να εκμεταλλεύονται την κατάσταση.

Αναπόφευκτο κομμάτι της συζήτησης γύρω από τις φοιτητικές εκλογές είναι και η προσπάθεια διάλυσής τους. Ο λόγος για την παρακρατικού χαρακτήρα επίθεση σε αγωνιστές και αγωνίστριες, κομμάτια των φοιτητικών συλλόγων όσο και στον εργαζόμενο φύλακα του παιδαγωγικού. Η εθιμοτυπική πλέον προσπάθεια διάλυσης των φοιτητικών εκλογών, οπλισμένη είτε με μολότοφ είτε με τσεκούρια, ξεπέρασε κάθε προηγούμενο με αποτέλεσμα την απώλεια της κάλπης του φ.σ. των Πολιτικών Μηχανικών και την διάλυση της διαδικασίας του φ.σ. των Μηχανολόγων Μηχανικών. Η ποιοτική αναβάθμιση της επίθεσης που δέχθηκε η διαδικασία των φοιτητικών εκλογών βρίσκει έδαφος πάνω στην ηττοπάθεια και την αποσυγκρότηση των φοιτητικών συλλόγων και στην πραγματικότητα ρίχνει νερό στην προσπάθεια απονομιμοποιήσης του ασύλου και μεταφοράς των εκλογών σε εξωπανεπιστημαικούς χώρους (βλέπε ΑΣΟΕΕ) με τα ΜΑΤ και τους μπράβους να διαφυλάσσουν τη διαδικασία. Από πλευράς μας, αν και αντιλαμβανόμαστε την οποιαδήποτε διαφωνία μπορεί να υπάρχει ως προς το θεσμό των φοιτητικών εκλογών, απαιτούμε η διαφωνία αυτή να εκφράζεται και να εκτίθεται πολιτικά. Από τη στιγμή που δεν εκφράζεται ως τέτοια, οφείλουμε να διαφυλάξουμε το άσυλο και τις διαδιακασίες του φοιτητικού κινήματος, με ό,τι συνέπειες μπορεί να σημαίνει αυτό. Είναι χρέος του ίδιου του φοιτητικού κινήματος να διαφυλάσσει τις διαδικασίες του και γι’ αυτό βρίσκουμε ιδιαίτερα ολίγωρη την απόφαση της ΑΡ.ΕΝ. να αποχωρήσει από τη διαδικασία. Ταυτόχρονα κομβικό ρόλο στην απονομιμοποίηση τέτοιων λογικών οφείλει να παίξει και τα πιο προωθημένα κομμάτια της αναρχίας, που μέχρι στιγμής αποφεύγουν  να πάρουν θέση ως προς το ζήτημα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι συμφωνούν απαραίτητα με τις επιθέσεις.

Πιο συγκεκριμένα_

ΔΑΠ | Σαν πρώτο σχόλιο, η ΔΑΠ για άλλη μια χρονιά αναδείχθηκε πρώτη δύναμη πανελλαδικα σε ΑΕΙ-ΤΕΙ. Ο γνήσιος εκφραστής των επιδιώξεων της αστικής τάξης, της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης και των αντιδραστικών πολιτικών στο πανεπιστήμιο, κατάφερε όπως ήταν αναμενόμενο να μείνει για άλλη μια χρονιά στην κορυφή των επιλογών της νεολαίας. Παρ’ όλα αυτά, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η κρίση στο εσωτερικό της ΟΝΝΕΔ έχει δημιουργήσει ρήξεις οι οποίες πέρυσι ξεπεράστηκαν σχετικά ανώδυνα, αλλά φέτος φαίνεται ότι επηρέασαν πολύ περισσότερο την εκλογική της παρουσία. Ο εκλογικός μηχανισμός που στηρίζεται στο πρότυπο των ανταποδοτικών σχέσεων ενισχύθηκε περισσότερο από ποτέ προκειμένου να υπάρξει όσο το δυνατόν μικρότερη πτώση των ποσοστών της και ταυτόχρονα τα εκλογικά κατεβάσματα ανά σχολές χρησιμοποιούνται αντιπαραθετικά ως προς τους εσωτερικούς τους συσχετισμούς.

ΠΑΣΠ|  Η ΠΑΣΠ, από την άλλη, προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την κρίση της ΔΑΠ και κατάφερε να ανεβάσει τα ποσοστά της, παίζοντας το ρόλο της ΔΑΠ. Η αύξηση δεν παρατηρήθηκε τόσο έντονα στα ΑΕΙ ή όπου οι εσωτερικές της διαμάχες της ΔΑΠ ήταν καταλυτικής σημασίας. Στα ΤΕΙ αντίθετα ο εκλογικός της μηχανισμός είναι ισχυρότερος. Η ΠΑΣΠ ως βασικός εκφραστής της μνημονιακής πολιτική του ΠΑΣΟΚ τα τελευταία χρόνια, από το οποίο παρά τη ρητορική της αποστασιοποίησης ποτέ δεν απομακρύνθηκε, είναι σήμερα ένα συμπληρωματικό εργαλείο αστικής πολιτικής, επιβιώνοντας εν μέρει και λόγω της αδυναμίας της σημερινής κυβέρνησης να εκφραστεί μια δική της φοιτητική νεολαία. Αυτό φανερώνεται και από το κεντρικό πολιτικό σκηνικό όπου το ΠΑΣΟΚ αναδεικνύεται ως ένας εν δυνάμει σύμμαχος συνδιαμόρφωσης κυβέρνησης με αποτέλεσμα και μέσω της νεολαίας του να προσπαθεί να ανασυγκροτηθεί

ΠΚΣ| Η ΠΚΣ διατήρησε τη δεύτερη θέση της με ελάχιστη αύξηση των ποσοστών της, γεγονός που έρχεται σε συνέχεια με την κατάσταση του κινήματος. Σε πλήρη συνέχεια με την πολιτική της τοποθέτηση, μέσω των γραφειοκρατικών ΔΣ και με την προβολή αυτών ως γνήσιο εκφραστή της βάσης υποβιβάζει τις συλλογικές διαδικασίες και τον αγώνα για διεκδικήσεις, έστω μικρών, στο τώρα. Η καιροσκοπική τους παρέμβαση σε συνδυασμό με την πτώση της ΔΑΠ είχε ως αποτέλεσμα να βγει πρώτη δύναμη σε λίγες σχολές μέσω της συσπείρωσης φοιτητών με δεξιά αντανακλαστικά αλλά αριστερό άλλοθι. Η λογική της ήρεμης διαμαρτυρίας που δε διαταράσσει την ομαλότητα βολεύει και τους μηχανισμούς της ΠΚΣ και τα συντηρητικά μπλοκ. 

ΜΠΛΟΚΟ| Το ΜΠΛΟΚΟ κατάφερε οριακά να πλησιάσει το 1% χωρίς όμως να έχει παρουσία μέσα στους φοιτητικούς συλλόγους. Το ΣΥΡΙΖΑ είναι η πρώτη κυβέρνηση η οποία δεν έχει κάποια απευθείας επιρροή μέσα στα αμφιθέατρα. Ως νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ, δεν έχει κάποιο πολιτικό πρόγραμμα  υπερασπιζόμενος την μνημονιακή πολιτική της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που όμως στις σχολές κύριος εκφραστής αυτών είναι η ΔΑΠ-ΠΑΣΠ, τόσο πολιτικά όσο και σε επίπεδο μηχανισμού.

ΕΑΑΚ| Τα σχήματα της ΕΑΑΚ δεν κατάφεραν να αυξήσουν τα ποσοστά τους. Σ’ αυτό το σημείο οφείλουμε να χαιρετήσουμε τα σχήματα που συμμετείχαν στην εκλογική μάχη με διακριτή τοποθέτηση από τα ρεύματα της ΑΡ.ΕΝ. και του ΑΡ.ΔΙ.Ν. Για εμάς, η εκλογική -και όχι μόνο- διαφοροποίηση από την ΑΡ.ΕΝ. και το ΑΡ.ΔΙΝ. δεν είναι απλά πιο αναγκαία από ποτέ, αλλά όσο αναγκαία ήταν πάντα. Τη στιγμή που η λογική «ούτε ρήξη ούτε υποταγή» είναι αυτή που δημιούργησε σε μεγάλο βαθμό την απογοήτευση, την ενσωμάτωση και την αποστροφή από την πολιτική, τα ρεύματα που δεν έχουν κάνει ουσιαστική –και όχι φαινομενική- τομή με τη λογική της συνδιαχείρισης, συνεχίζουν να μην μπορούν να ανιχνεύσουν τις ανάγκες του φοιτητικού κινήματος και κατά συνέπεια να τις απαντήσουν. Το περσινό κοινό εκλογικό κατέβασμα, παρά το γεγονός ότι αποτιμήθηκε αρνητικά ακόμα και από τα ίδια τα ρεύματα που το υλοποίησαν, υλοποιήθηκε για άλλη μια χρονιά στους φοιτητικούς συλλόγους. Δημιουργείται πραγματικό ερώτημα για το κατά πόσο αναμετράμε το σχέδιο μας με τις μάζες, το αποτιμάμε και επανασχεδιάζουμε  ή αν απλά υλοποιούμε το σχέδιο του πολιτικού μας γραφείου, ξεκομμένα από το σύλλογο, το κίνημα και τις ανάγκες του. Κατά τη γνώμη μας, τα όρια της κοινής εκλογικής καθόδου φάνηκαν ακόμα και φέτος στα αποτελέσματα των φοιτητικών εκλογών, με τα σχήματα που επέλεξαν το «πλατύ αριστερό μέτωπο» να μην μπορούν ούτε αυτά να αφήσουν το στίγμα τους στις ανάγκες της πλειττόμενης πλειοψηφίας.


Όπως και να χει, το γεγονός ότι το κοινό εκλογικό κατέβασμα δεν απέδωσε, δεν σημαίνει ότι όποιο σχήμα δεν το υλοποίησε, κατάφερε γραμμικά να τα κάνει καλύτερα. Ίσα ίσα, κατά τη γνώμη μας θα πρέπει ο κάθε χώρος να αναλάβει τις ευθύνες του για το εκλογικό αποτέλεσμα προκειμένου να κάνουμε το απαραίτητο βήμα προς τα μπροστά. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να υπερβούμε απαντήσεις τύπου «τα πράγματα δεν πάνε καλα, άρα ούτε κι εμείς θα πάμε» και να προσπαθήσουμε να δούμε τα πράγματα με το βλέμμα που μας αναλογεί. Οφείλουμε να σταματήσουμε να μιλάμε για τους συλλόγους και τους αγώνες μας αυταξιακά. Οι σύλλογοι υπάρχουν μέσα από τους αγώνες τους, δεν θα ανασυγκροτηθούν μόνοι τους. Εν τέλει, είναι κενό γράμμα να μιλάμε για συλλόγους και φοιτητικό κίνημα αν δε λέμε τι αγώνες θέλουμε να δώσουν οι σύλλογοι αυτοί. Επιδιώκουμε λοιπόν Ε.Α.Α.Κ που θα «ζυμώσουν» στους συλλόγους προτάσεις που δεν χωράνε σε καμία κυβερνητική συμφωνία, προετοιμάζοντάς τους για τις μάχες που μένουν να δοθούν. Πρέπει να αφήσουμε πίσω μας λογικές συνεργασιών χωρίς αρχές, ειδικά όταν αυτές έρχονται να καλύψουν το κενό της πολιτικής απαντήσης στα σημερινά ερωτήματα, και να προτάξουμε τον αντικαπιταλιστικό, αντιδιαχειριστικό, αντισυστημικό χαρακτήρα των σχημάτων της Ε.Α.Α.Κ. Επιδιώκουμε σχήματα που έχουν καθημερινή παρουσία και παρέμβαση, προσπαθώντας να οργανώσουν τις καθημερινές διεκδικήσεις, να είναι ενεργό κομμάτι του ταξικού κινήματος μέσα και έξω από τις σχολές, και να είναι αυτά που εν τέλει υλοποιούν ένα ασυμβίβαστο αντικαπιταλιστικό σχέδιο. Όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά, το χρέος των σχημάτων δεν είναι να ρίχνουν τον πήχη, αλλά να τον ανεβάζουν. Το κίνημα πρέπει να έχει ανάγκη τα Ε.Α.Α.Κ, και όχι τα Ε.Α.Α.Κ το κίνημα. Γι’ αυτό από σήμερα κιόλας, να κάνουμε τις τομές που μας αναλογούν! 

Λέσχη Σπάρτακος: Το κίνημα για τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα των μαύρων.

5:58 μ.μ.



Το κίνημα χειραφέτησης της μαύρης κοινότητας των ΗΠΑ αποτελεί δομικό στοιχείο της συνολικότερης μάχης για την χειραφέτηση των αμερικάνων καταπιεσμένων. Από τις εξεγέρσεις των σκλάβων του 19ου αιώνα, την σύνδεση με το κομμουνιστικό κίνημα πριν από τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο, το κίνημα για τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα της δεκαετίας του '50 και του '60, τους μαύρους πάνθηρες και το σήμερα, το ερώτημα παραμένει ζωντανό και αναπάντητο.

Για την περιγραφή του αγώνα μέχρι τώρα αλλά και την πλήρη κατανόηση του τρόπου με τον οποίο πλαισιώνουμε το εθνοτικό ζήτημα με το συνολικότερο θα χρησιμοποιηθεί οπτικοακουστικό υλικό από συνεντεύξεις στο διαδίκτυο αλλά και αποσπάσματα από τις ταινίες Black Panthes : The Vanguard of the Revolution(2015) και I Am Not Your Negro (2016).

Εισήγηση από τον Κλεάνθη Αντωνίου.

Ανακοίνωση για τα γεγονότα του διημέρου ΕΑΑΚ και τη συνέχεια του μορφώματος

12:01 μ.μ.
Μετά την ολοκλήρωση του διήμερου συντονιστικού των σχημάτων ΕΑΑΚ, ήρθαμε ένα βήμα πιο κοντά στη διάλυση του μορφώματος. Στην πραγματικότητα ήρθαμε αντιμέτωποι/ες με μια διαδικασία που δεν είχε να κάνει ούτε με τα πραγματικά επίδικα, ούτε με μια υγιή -και απαραίτητη- αντιπαράθεση για τον τρόπο με τον οποίο θα αναζητήσουμε και εν τέλει θα αναδείξουμε τις ανάγκες του φοιτητικού κινήματος. Οι διαδικασίες των ΕΑΑΚ εδώ και καιρό, είτε πρόκειται για συντονισμό πόλης είτε είναι πανελλαδικού χαρακτήρα, έχουν μεγάλο έλλειμμα στον τρόπο που αντιπαρατίθενται και αναζητούν ένα συγκροτημένο σχέδιο. Τα γεγονότα λοιπόν της τελευταίας διαδικασίας ήταν μια συνέχεια και μια όξυνση των αλλεπάλληλων αποστεωμένων διαδικασιών, με αποτέλεσμα η ιδεολογική αντιπαράθεση να δώσει την θέση της στην οργανωτική.

Για εμάς, τα μέσα που χρησιμοποιούν οι κομμουνιστικές οργανώσεις δεν έχουν να κάνουν με το πόσο οξύθυμα ή αδικημένα νιώθουν τα μέλη τους. Για εμάς τα μέσα που χρησιμοποιούν οι κομμουνιστικές οργανώσεις είναι συνδεδεμένα διαλεκτικά με τον σκοπό τους, την απελευθέρωση από τα δεσμά του καπιταλισμού. Από τη μεριά μας καταδικάζουμε απερίφραστα τις πρακτικές που διαλύουν το μόρφωμα. Οι πρακτικές αυτές όχι μόνο απαγορεύουν την αντιπαράθεση, αλλά ταυτόχρονα εμποδίζουν την επικοινωνία και τον συντονισμό των σχημάτων, μας αποξενώνουν από τις διαδικασίες του φοιτητικού κινήματος και, ως εκ τούτου, μας μετατρέπουν σε μόρφωμα που δεν έχει τίποτα να προσφέρει σε αυτό.

To πολιτικό σκεπτικό πάνω στο οποίο βασίζονται οι πρακτικές του διημέρου -και της συνέχειας που δόθηκε σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα- έχει να κάνει με τη διαφορετική στρατηγική στόχευση, η οποία έχει δημιουργήσει και την απόσταση σε επίπεδο τακτικής. Τα τελευταία δύο χρόνια, η βίαιη συστράτευση του ΣΥΡΙΖΑ με την παραδοσιακή αστική πολιτική και η ηττοπάθεια που αυτή η κίνηση έφερε στο εργατικό κίνημα έχουν με τη σειρά τους εγκλωβίσει τα κομμάτια της ριζοσπαστικής αριστεράς που δεν καταφέρανε να ορθώσουν ένα αντιπρόταγμα  προκειμένου να αντιστραφεί αυτή η κατάσταση. Με έναν τέτοιο τρόπο εξηγείται η ταχεία πολιτική μετατόπιση που παρατηρήθηκε μέσα σε λίγα χρόνια, που έφερε στο αμφιθέατρο ΕΑΑΚ την πρόταση για στήριξη του «νομοσχεδίου Μπαλτά», εισήγαγε στάση απάθειας απέναντι στο ασφαλιστικό νομοσχέδιο την άνοιξη του 2016, αλλά και μια σθεναρή αντίσταση στη στήριξη πολλών κινητοποιήσεων όλο αυτό το διάστημα. Σαν συνέχεια αυτού του κλίματος και η διαφορετική στάση στο δρόμο, με την διαφωνία για τις προσυγκεντρώσεις των απεργιακών κινητοποιήσεων να μεταφέρεται για πρώτη φορά, την τελευταία περίοδο, στην πράξη, με ένα κομμάτι σχημάτων να στηρίζει το κάλεσμα της ΓΣΕΕ, φέρνει την διαίρεση της ενιαίας έκφρασης του φοιτητικού κινήματος στο δρόμο.  

Αυτοί είναι λοιπόν οι λόγοι που μας έφεραν μπροστά σε αυτά τα γεγονότα, και όχι οι σεξιστικές επιθέσεις σε συντρόφισσες –όπως υποστηρίχτηκε. Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο αντισεξισμός είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο από αυτό που παρουσιάστηκε, γι’ αυτό και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για να καλύψει πολιτικές πρακτικές και να τις δικαιολογήσει, πόσο μάλλον όταν χρησιμοποιείται λανθασμένα από όλες τις φωνές που ακούστηκαν. Γυναίκες που παίρνουν την απόφαση να εμπλακούν ενεργά στο  κίνημα δεν μπορούν να θυματοποιούνται, ούτε να εξισώνονται με τις γυναίκες που «τρώνε ξύλο από τον άντρα τους». Αν θέλουμε γυναίκες μέσα στα σχήματα, αν θέλουμε γυναίκες στην περιφρούρηση, αν θέλουμε γυναίκες στο Κομπάνι, οφείλουμε να αντιμετωπίζουμε το ζήτημα πολύ πιο αναβαθισμένα, επιδιώκοντας την εμπλοκή τους σε όλες τις διαδικασίες του κινήματος και άρα των σχημάτων ΕΑΑΚ. Από κει και πέρα, αν υπάρχουν προβλήματα στις διαδικασίες και τις πρακτικές των ΕΑΑΚ, να τις αντιμετωπίζουμε όπως προαναφέρθηκε, και όχι ως ενδοοικογενειακή βία.

Πέρα όμως από την αντικειμενική απόσταση που δημιουργήθηκε με τις οργανώσεις που επέλεξαν ένα διαφορετικό σχέδιο, αυτή τη στιγμή είναι δεδομένη και μια σύγχυση στις δυνάμεις που διαδίδουν ακόμη την χρησιμότητα και την σημασία του αντικαπιταλισμού. Η υποταγή του περιεχομένου της πολιτικής αντιπαράθεσης στο όνομα της ενότητας είναι ένα πρόβλημα που διαχρονικά αντιμετωπίζαμε σε αυτόν τον χώρο. Η πιο σύγχρονη εικόνα του πόσο υποτάσσεται η πολιτική αντιπαράθεση στην μετωπική πολιτική παίρνει μια πιο ευκαιριακή απόχρωση. Η εικόνα του διημέρου περιλάμβανε μια μερίδα του αμφιθεάτρου που αντιμετώπισε πανηγυρικά την διαδικασία, με την δικαιολόγηση ότι διασφαλίστηκε η ομαλή διεξαγωγή και τυπικά ολοκληρώθηκε η διαδικασία. Αν όμως ορίζουμε τα συντονιστικά ως διαδικασίες  κινηματικού σχεδιασμού, είναι ένα ερώτημα το αν όντως ολοκληρώθηκε. Αυτή η αντιμετώπιση φέρει τεράστια ευθύνη για την έξαρση βίας τις επόμενες μέρες. Ήταν βέβαιο ότι οι διαφωνίες που δεν λύνονται πολιτικά σε μια τέτοια περίοδο πόλωσης, πόσο μάλλον έχοντας έμπρακτα παραδείγματα για αυτό, θα οδηγούσαν στις κατακριτέες συμπεριφορές των επόμενων ημερών. Η πολιτική ευθύνη πέφτει ειδικά και στις δυνάμεις που κρατήσανε στάση ανοχής, η θέση των οποίων κρίθηκε σύντομα κοντόφθαλμη.

Η Ενιαία Ανεξάρτητη Αριστερή Κίνηση πρέπει να συνεδριάζει τακτικά υπό συνθήκες που επιτρέπουν την γόνιμη αντιπαράθεση. Οποιαδήποτε πρακτική υποβιβάζει την αξία της διεξαγωγής της διαδικασίας σε κάτι κατώτερο από την αξία της καθαρής υλοποίησης της γραμμής μιας ορισμένης μερίδας ή οργάνωσης, ακόμα και αν αυτό σημαίνει διάλυση της διαδικασίας, δεν έχει αναφορά στο κίνημα. Δυστυχώς, τα γεγονότα του διημέρου είναι μια μικρογραφία της συμπεριφοράς των ίδιων οργανώσεων λίγα χρόνια πριν, κατά τη διάρκεια της εσωτερικής συζήτησης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Η ΑΡΑΝ και η ΑΡΑΣ έχουν πάρει την επιλογή να εμπλέκονται παράλληλα σε ένα άλλο μέτωπο, ενώ από την μεριά του ΝΑΡ παρατηρείται μια εξαιρετική ανοχή στην συμπεριφορά τους. Στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αυτή η στάση κατέληξε να δίνει το ελεύθερο να αποχωρήσουν με τους δικούς τους όρους, όταν η αλλαγή του πολιτικού χάρτη αναδιάταξε τον χώρο της αριστεράς και βρέθηκε κάποιος πιο ανάλογος της κεντρικής τους κατεύθυνσης σύμμαχος. Η διαφορά μεταξύ της εσωτερικής κουβέντας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και των ΕΑΑΚ είναι ότι στην περίπτωση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ υπάρχει μια πολύ πιο έντονη κοινωνική λογοδοσία, που δεν επιτρέπει στις εσωτερικές αντιπαραθέσεις να πάρουν τόσο άσχημη τροπή, κάτι που ήταν πάντα το υστέρημα του φοιτητικού κινήματος.

Πρέπει να υπάρξει αποφασιστική τομή. Σκληρή πολιτική αντιπαράθεση για τα γεγονότα, την πολιτική τους προέλευση, την λαθροχειρία πολιτικών όρων, την υποδούλωση της πολιτικής γραμμής στην μικροπολιτική. Με την έλευση της οικονομικής κρίσης και την αποσταθεροποίηση στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό χρειαζόμαστε ένα στιβαρό μόρφωμα, με σεβασμό στις διαδικασίες του και στον εσωτερικό του διάλογο, έτοιμο να διαρρήξει την ησυχία γύρω μας, έτοιμο να διαβάλλει τον κοινωνικό συμβιβασμό. Στον βαθμό που αυτή η πολιτική αντιπαράθεση δεν ανοίγει στα σχήματα και τα συντονιστικά με ειλικρινείς όρους, αυτή θα συνεχίσει να εκφράζεται είτε οργανωτικά, είτε με τη συνέχιση της πορείας διάλυσης και αδρανοποίησης του μορφώματος. Δεν μπορούμε να τρέφουμε αυταπάτες για το τι έγινε στο τελευταίο διήμερο. Δεν διασφαλίστηκε η ύπαρξη του. Το μόνο που απετράπη, για ακόμα μία φορά, ήταν η τοποθέτηση των ζητημάτων που μας ταλανίζουν στην πραγματική τους βάση. 

Δελτίο Παρέμβασης Τεύχος 31

11:51 μ.μ.

Τα ΕΑΑΚ μπροστά σε κρίσιμα πολιτικά ερωτήματα

3:27 μ.μ.
Ύστερα από μια σειρά προβληματικών γεγονότων και περιστατικών, τα οποία έλαβαν χώρα σε πανελλαδικό επίπεδο και έχουν μονοπωλήσει το εσωτερικό της κουβέντας των ΕΑΑΚ και ενίοτε ακόμα και την πρακτική των σχημάτων στους φοιτητικούς συλλόγους, αντιλαμβανόμαστε την αναγκαιότητα να τοποθετηθούμε επί αυτών. Τα φαινόμενα αυτά αποτελούν αιτίες που φανερώνουνβαθιές πολιτικές προβληματικές, απόρροια στρατηγικής ελλειμματικής και πολιτικοποίησης,ζητήματα τα οποία πρέπει να δούμε κατάματα αν θέλουμε να τα υπερβούμε.
Πρώτο βήμα για την αναγνώριση της υπάρχουσας κατάστασης, είναι κάποια γνωρίσματα τηςκεντρικής πολιτικής συγκυρίας που παρά το ότι καιρό τώρα αποτελούν κουβέντα στα αμφιθέατρά μας, δεν φαίνεται να έχουμε καταφέρει να τα ξεπεράσουμε. Ξεκινώντας, το κεντρικό πολιτικό σκηνικό χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να σταθεροποιήσει το πολιτικό σκηνικό εφαρμόζοντας το σύνολο των πτυχών του 3ου μνημονίου και της δεύτερης αξιολόγησης. Κλιμακώνει έτσι την επίθεση στις εργασιακές συνθήκες και τσακίζει το όποιο εργασιακό και συνδικαλιστικό δικαίωμα έχει απομείνει. Αποδεικνύεται επομένως πως ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελούσε και αποτελεί τον καλύτερο συνεχιστή της αστικής πολιτικής των προηγούμενων χρόνων. Η  αγανάκτηση του κόσμου ενσωματώθηκε πλήρως από αιτήματα  που αφορούσαν τηνκαλύτερη διαχείριση της υπάρχουσας κατάστασης, το οποίο και  συνέβαλε  στο να αδρανοποιηθεί ένα μεγάλο κομμάτι της νεολαίας αλλά και του φοιτητικού κινήματος καλλιεργώντας τις αυταπάτες για το σχέδιο αυτό της διαχείρισης του συστήματος ως απάντηση στις σύγχρονες ανάγκες του κόσμου της εργασίας μέσα στην κρίση. Ο ΣΥΡΙΖΑ άλλωστε δεν προσπάθησε ποτέ να ενισχύσει τις κινηματικές διαδικασίες που έλαβαν χώρα τα πρώτα χρόνια της κρίσης, πάνω στα οποία βασίστηκε, αλλά ούτε και να αναβαθμίσει τα αιτήματα τους σε μία ανατρεπτική κατεύθυνση.
Η κατάσταση στους φοιτητικούς συλλόγους, με την ακαδημαϊκή χρονιά να φτάνει στο τέλος της, χαρακτηρίζεται από μικρές κινήσεις με συνελεύσεις να βγαίνουν σε μερικούς συλλόγους -πράγμα που δεν μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε την περσινή χρονιά, χωρίς βέβαια να μιλάμε για μια κατάσταση που δίνει προοπτικές όξυνσης ή κλιμάκωσης κάποιας μετρήσιμης αντίστασης. Αυτό είναι πραγματικά προβληματικό αφού η εκπαιδευτική αναδιάρθρωση στις σχολές λαμβάνει χώρα με τις επιμέρους πτυχές της όπως τα δίδακτρα στα μεταπτυχιακά, τις αλλαγές στα προγράμματα σπουδών, τη σκλήρυνση στους όρους φοίτησης καθώς και τις συνεχιζόμενες περικοπές στις φοιτητικές παροχές ως αποτέλεσμα της υποχρηματοδότησης σε ΑΕΙ και ΤΕΙ πανελλαδικά και δεν υπάρχει ένα συνολικό σχέδιο για να τα αντιμετωπίσει.
Παρ’ όλα την επίθεση αυτή, το χειμερινό συντονιστικό του Δεκεμβρίου δεν κατάφερε να διαμορφώσει ένα κοινό βηματισμό για να μπορέσουμε να αναμετρηθούμε με αυτήν. Η κουβέντα του συντονιστικού πολώθηκε για άλλη μια φορά σε δύο ιδεολογήματα που θα μας βγάλουν υποτίθεται από το πολιτικό αδιέξοδο το οποίο περιγράφεται, και τα ιδεολογήματα αυτά δεν είναι άλλα από το ευρύτερο αριστερό μέτωπο και τη διαμόρφωση της ιδρυτικής διακήρυξης.

Η πρώτη πρόταση στηρίζεται στη λογική της δημιουργίας ενός πλατιού αριστερού μετώπου-κομμάτι του οποίου θα είναι και τα ΕΑΑΚ- το οποίο μέσω μιας πιο μαζικής και αποτελεσματικής παρέμβασηςθα καταφέρει να κινητοποιήσει τον κόσμο των σχολών. Η εκλογική συνεργασία με την ΑΡΕΝ και το ΑΡΔΙΝ που προτάθηκε και εν τέλει υλοποιήθηκε από μια σειρά σχημάτων τέθηκε υπό αυτήν τη λογική κάνοντας κοινές διαδικασίες, σχήματα, εκδηλώσεις . Η επιλογή αυτή όπως και οποιαδήποτε άλλη πρέπει αφού υλοποιείται να αποτιμάται για να κριθεί η αποτελεσματικότητά της. Η αποτίμηση της μπορεί να είναι μονάχα αρνητική αφού ούτε τα σχήματα αλλά ούτε και οι συλλογικές διαδικασίες μαζικοποιήθηκαν. Κάτι ακόμα που ενισχύει το παραπάνω συμπέρασμα είναι τα αποτελέσματα στις εκλογές και ότι οι κοινές αυτές διαδικασίες δεν συσπείρωσαν άλλον κόσμο πέραν του οργανωμένου στα σχήματα.
Ωστόσο είναι προβληματικό να μην αναγνωρίζεται ακόμα και τώρα το ότι δεν ήταν θετικό το αποτέλεσμα αυτής της κίνησης. Δεν μπορεί να πιστεύουμε ότι η συζήτηση με τις δυνάμεις που καλλιέργησαν την λογική του ΣΥΡΙΖΑ και δεν την έχουν αποτιμήσει επαρκώς, θα μπορούσε να προσελκύσει τον κόσμο των σχολών που έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους σε αυτές ακριβώς τις αντιλήψεις. Άρα δεν μπορούμε να περιμένουμε ότι μπορούμε να παράγουμε έναν σωστό σχεδιασμό με αυτόν τον τρόπο, δηλαδή ξεκομμένα από τις μάζες. Το κατά πόσο είναι πετυχημένο ένα σχέδιο ή όχι, κρίνεται στις κινηματικές διαδικασίες γιατί μόνο τότε μπορεί να αποδειχτεί η αποτελεσματικότητα του. Αυτός είναι και ο τρόπος που φαίνεται το κατά πόσο έχει να συμβάλλει ο κάθε χώρος στην συζήτηση εντός του μορφώματος, είτε με σκοπό την διεύρυνση του ή ακόμα και για την υπέρβαση του, γιατί ακριβώς μόνο έτσι μπορεί να φανεί αν απαντάει στις πραγματικές ανάγκες της πληττόμενης πλειοψηφίας.
Το πολιτικό πρόβλημα που έχει σήμερα το μόρφωμα να απαντήσει στα μέτωπα που ανοίγονται, μπορεί να επιλυθεί μόνο με την ανάδραση με τον κόσμο των συλλόγων που πλήττεται και από τον οποίο έχουμε απομακρυνθεί, εν μέρει εξαιτίας και τέτοιων διαδικασιών. Γι’ αυτό δεν μπορούμε να δούμε ότι η αποτυχία της στρατηγικής του ΣΥΡΙΖΑ δηλαδή του “ούτε ρήξη, ούτε υποταγή” είναι ίσως κάπως θολή, αλλά πράγματι αντιληπτή από πολύ μεγάλη μερίδα του κόσμου. Αυτός ο κόσμοςχάνει την εμπιστοσύνη του στην αριστερά στον βαθμό που εμείς οι ίδιοι δεν προσπαθούμε να περιγράψουμε ένα, όχι απλά πιο ριζοσπαστικό, αλλά ένα ολότελα ανατρεπτικό σχέδιο. Το νααναμασάμε χρεωκοπημένες αφηγήσεις και η επιμονή σε διαχειριστικές λογικές εντός και εκτός σχολής, θα οδηγήσει σε ένα νέο κύκλο απογοητεύσεων.

Η δεύτερη πρόταση που ανοίγεται στα αμφιθέατρα ΕΑΑΚ είναι αυτή μίας διαμόρφωσης διακήρυξης των σχημάτων, που θα περιλαμβάνει και θα συνθέτει μια συνολική τοποθέτηση του αμφιθεάτρου και θα συμβάλλει, κατά τους υποστηρικτές της, στην διαδικασία πολιτικής ενοποίησης του αμφιθεάτρου, αλλά και στην πολιτική αναβάθμιση του μορφώματος. Η “αναγκαιότητα αναβάθμισης” των ΕΑΑΚ που καλείται να φέρει μια διακήρυξη θεμελιώνεται πάνω στην ηττοπάθεια και αδράνεια του φοιτητικού σώματος και της τάξης που πλέον, 25 χρόνια μετά την ίδρυση τους τα σχήματα δεν μπορούν, ξαφνικά , να κινητοποιήσουν και να εμπνεύσουν.
Η πρόταση αυτή χωλαίνει από πάρα πολλές απόψεις, ακόμα και από απλοϊκές αναλύσεις. Αρχικά καλείται να δώσει οργανωτικές λύσεις σε πολιτικά προβλήματα. Αυτή η πρόταση θέτει ερωτήματα στο αμφιθέατρο και στα σχήματα γύρω από οργανωτικά μοντέλα λειτουργίας του μορφώματος, σε μία περίοδο που θα έπρεπε να διαφωνούμε για τα πολιτικά σχέδια με τα οποία θα κινητοποιήσουμε τους συλλόγους μας. Είναι λοιπόν μία εσωστρεφή κουβέντα που δεν μπορεί να μας βοηθήσει. Ταυτόχρονα, σε αυτή την πρόταση υποβόσκει μία πρόθεση σταδιακής παραταξιοποίησης των ΕΑΑΚ.
Παράλληλα, δεν μπορεί να μην βλέπουμε το συλλογιστικό σφάλμα αυτής της πρότασης. Από την μία αναγνωρίζεται η αναγκαιότητα για ενιαία υλοποίηση, αλλά ο τρόπος που προτείνεται να γίνει αυτό, δηλαδή η διακήρυξη, προϋποθέτει την πολιτική ενιαιότητα. Επομένως, ο στόχος δεν μπορεί να εκπληρωθεί. Σίγουρα όμως δεν αρκεί αυτή η κριτική. Η ενιαιότητα στην υλοποίηση, που είναι όντως υπαρκτή ανάγκη, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αυταξία. Ενιαιότητα για την ενιαιότητα, όταν δεν υπάρχει κάποια πολιτική πρόταση, και άρα είναι κουβέντα γύρω από πολιτικές θέσεις, θα γίνει αποκλειστικά με εγκεφαλικούς όρους και δεν θα αποτελεί χρήσιμη κατάκτηση για την δουλειά που θέλουμε να κάνουμε στους συλλόγους μας. Το όποιο σχέδιο υλοποιείται ενιαία πρέπει να προκύπτει από την διαπάλη των γραμμών, πάντα σε σύνδεση και ανάδραση με τις μάζες.

Πρέπει να επισημάνουμε και κάτι ακόμα. Θα έπρεπε να εθελοτυφλεί κανείς για να μην διαπιστώσει ότι μέσα από μια διήμερη διαδικασία εκατοντάδων ατόμων δεν μπορεί να επιτευχθεί μία ουσιαστική κουβέντα αφού, ακόμα και οι υποστηρικτές της αναγκαιότητας αυτής, δεν αντιμετωπίζουν με ανάλογο-δημοκρατικό τρόπο όλες τις τοποθετήσεις της διαδικασίας, με πολλές μεθόδους, τόσο εντός των σχημάτων με τον τρόπο με τον οποίο εν τέλει αποτυπώνεται η σύνθεση των θέσεων των διαδικασιών του, όσο και σε επίπεδο αμφιθεάτρου με τον χρόνο και την προσοχή που δίδεται στις διαφορετικές τοποθετήσεις. Γι΄ αυτό πρέπει μία τέτοια κουβέντα να γίνεται στα σχήματα και σε επόμενο στάδιο να συνολικοποιείται στα συντονιστικά, και όχι το αντίστροφο, το οποίο αποτελεί μιαεκβιαστική μορφή επιβολής θέσεων στις μειοψηφικές φωνές του αμφιθεάτρου. Η αλλαγή αυτή δεν οδηγεί σε αδιέξοδα μόνο για φυσιογνωμικούς προφανώς λόγους αλλά και για την ουτοπική πεποίθηση ότι μπορεί να βρεθεί κοινός τόπος στις φωνές, που απαιτείται για την διαμόρφωση μιας διακήρυξης, εντός του αμφιθεάτρου ΕΑΑΚ χωρίς να υπάρξει αντικειμενική μείωση του περιεχομένου των τοποθετήσεων και των πρακτικών μας (όπως ακριβώς και σε πιθανή άνευ όρων συνεργασία με άλλες δυνάμεις). Η κουβέντα μόνο μέσα από τις κινηματικές διαδικασίες μπορεί να επιτευχθεί,όταν δηλαδή οι αντικειμενικές κοινωνικοπολιτικές συνθήκες θα είναι τέτοιες ώστε να τραβάνε κάθε μόρφωμα, οργάνωση και αγωνιστή/στρια πίσω τους.

Τι εαακ θέλουμε; Ζητήματα δημοκρατίας και συντονισμού

Καταλαβαίνουμε ότι τα ζητήματα που ανακύπτουν είναι βαθιά πολιτικά και αντικατοπτρίζουνσυνολική προβληματική λειτουργία στο εσωτερικό μας. Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε, ότι αυτά τα ίδια πολιτικά προβλήματα, την τελευταία περίοδο μας οδήγησαν να μην μπορούμε να βάλουμε συντονισμένα την κατάλληλη πολιτική ιεράρχηση και να δώσουμε τις πολιτικές μάχες αποτελεσματικά στους συλλόγους μας. Εδω ερχόμαστε να αναμετρηθούμε και να επεξεργαστούμε συστηματικά το πρόβλημα της δημοκρατίας μέσα στα σχήματα και στις συντονιστικές τους διαδικασίες δηλαδή τα συντονιστικά πόλης και πανελλαδικά διήμερα.
Το ζήτημα της γραφειοκρατίας στο εσωτερικό του κινήματος και των ΕΑΑΚ είναι συχνό φαινόμενο. Οφείλουμε να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις στην καταπολέμησή της , τόσο στο εσωτερικό του μορφώματος, όσο και του κινήματος. Στο εσωτερικό των ΕΑΑΚ, πρέπει να διεκδικήσουμε την ισότιμη εκπροσώπηση όλων των σχημάτων κι όχι ποσόστωση ανάλογα με την επιρροή κάθε οργάνωσης στο εκάστοτε σχήμα, όπως επίσης, και το δικαίωμα διαφορετικές τάσεις και απόψεις που θεωρούν ότι μειοψήφησαν να μπορούν να εκφραστούν και να μην καταπνίγονται. Χωρίς να κρατάμε τα ερωτήματα για την αντικαπιταλιστική αριστερά έξω από τα ΕΑΑΚ και τα σχήματα μας,να μπορούμε ωστόσο να περιφρουρήσουμε τα σχήματα ενάντια στις τάσεις παραταξιοποίησης και τον αποκλεισμό ρευμάτων. Το συντονισμό των διαδικασιών πρέπει να αναλάβει γραμματεία που θα αποτελείται από αιρετούς και ανακλητούς εκπροσώπους των σχημάτων και όσους/ες εκτιμούν ότι δεν περιλαμβάνονται στις συνθέσεις των σχημάτων τους. Όλες οι δραστηριότητες και οι θέσεις του σχήματος είναι αναγκαίο να καθορίζονται με τον ισότιμο διάλογο μέσα στο σχήμα, χωρίς “κεκτημένα” και συνεννοήσεις παραγόντων που τα παρακάμπτουν. Δύναμη των ΕΑΑΚ είναι η λειτουργία από τα κάτω. Ακριβώς για τους παραπάνω λόγους πρέπει να υπερασπιζόμαστε και να επιδιώκουμε τον συχνό συντονισμό και την πρωτοκαθεδρία των σχημάτων μέσα στο δίκτυο έναντι των οργανώσεων στις διαδικασίες. Συντονισμό που δε θα συνίσταται σε μια διαρκή και επαναλαμβανόμενη μονόδρομη ροή αποφάσεων και σχεδίων από πάνω προς τα κάτω, αλλά θα εμπεριέχει την ανατροφοδότηση της βάσης από την κορυφή και το αντίστροφο και γι’ αυτό αλλωστε έχει νόημα να υπάρχει . Πιο  συγκεκριμένες προτάσεις με ένα συνολικό σκεπτικό για την αναμόρφωση των πολύ προβληματικών υφιστάμενων διαδικασιών συντονισμού και εσωτερικής δημοκρατίας των ΕΑΑΚ, με βασικές αρχές είναι :
·                     να μιλούν όλα τα σχήματα ως τέτοια (ενάντια σε παραδοξολογίες του τύπου “δημοκρατία δεν είναι γενικώς να μιλάνε όλοι”), πράγμα που θα καταλαμβάνει και το μεγαλύτερο μέρος της διαδικασίας
·                     να εκφράζονται ελεύθερα όλες οι τάσεις και οι μειοψηφίες. Πρέπει να δίνεται η δυνατότητα σε όλους και όλες, που θεωρούν ότι δεν καλύπτονται από την σύνθεση τους σχήματος τους, να τοποθετούνται στα συντονιστικά. Αυτό δεν είναι κάτι που πρέπει να προκύπτει μέσα από ακραίες πιέσεις και συγκρούσεις που εκθέτουν το μόρφωμα, αλλά να θεωρείται αυτονόητο δικαίωμα. Μόνο με αυτό τον τρόπο θα μπορούν και οι αποφάσεις που παίρνουμε μέσω των κειμένων μας να αντικατοπτρίζουν την πραγματική σύνθεση.
·                     οι οργανώσεις να τοποθετούνται ισότιμα και με προβλεπόμενο τρόπο, χωρίς να καμουφλάρονται πίσω από μονοτασικά σχήματα, πράγμα που εντείνει και τις τάσεις προς διάσπαση σχημάτων
·                     να καταργηθούν τα “μπλοκάκια” που μοιράζουν τις τοποθετήσεις των σχημάτων με βάση τις “ποσοστώσεις” των οργανώσεων
·                     να δίνεται ισότιμος χρόνος σε όλους τους ομιλητές
·                     να εκλέγεται γραμματεία αποτελούμενη από όλες τις τάσεις, η οποία θα αναλαμβάνει το συντονισμό στα διαστήματα μεταξύ των ολομελειακών συντονιστικών διαδικασιών, ώστε να ξεπεραστούν τα “παραγοντομαζέματα” που η βάση των σχημάτων δεν μπορεί να ελέγξει
·                     Πάνω στο ζήτημα του πως συγγράφονται τα κείμενα, είναι πολύ σημαντικό αυτή η διαδικασία να είναι αποκλειστική δουλειά των αιρετών και ανακλητών εκπροσώπων των σχημάτων. Δεν είναι δυνατό, αυτό να το αναλαμβάνουν οι εκπρόσωποι των οργανώσεων, χωρίς καμία ανάδραση με την διαδικασία του συντονιστικού. Αυτός είναι και ο λόγος που τα τετρασέλιδα καταλήγουν να είναι απλά η σύνθεση των οργανώσεωνκαι όχι κτήμα και αποτέλεσμα της συζήτησης των σχημάτων. Η δημοκρατία σε αυτό το επίπεδο είναι κάτι που πρέπει να το διεκδικούμε στο τώρα(!) και να μην υπεκφεύγουμε μεταθέτοντας την στο μέλλον, λέγοντας ότι αυτή θα κατακτηθεί μέσα από ένα άλλο οργανωτικό μοντέλο που δεν έχουμε αποκτήσει ακόμα. Η υπεκφυγή πάνω σε αυτό το ζήτημα αποτελεί πολιτική απόφαση. Θέλουμε δημοκρατικές διαδικασίες τόσο στη συγγραφή του τετρασέλιδου όσο και στην διαδικασία του συντονιστικού συνολικά.
Η επίγνωση της ανεπάρκειας μιας κινηματικής δομής θα πρεπει να μας οδήγει στο χτίσιμο μιας ανώτερης δομής με τα αναγκαία και αναβαθμισμένα χαρακτηριστικά με κριτήριο την αποτελεσματικότητα τους για το κίνημα και όχι στην οπισθοδρόμηση σε συνδικαλιστικά μορφώματα που έχουν δείξει τα ιστορικά τους όρια.

Για το “hot” ζήτημα του διημέρου…
Μέσα από αυτή τη μακροσκελή ανάλυση για την κουβέντα στο εσωτερικό των εαακ, δεν αναλωνόμαστε σε μια ομφαλοσκόπηση που στην πραγματικότητα δεν αφορά κανένα. Είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι δεν πρόκειται για ένα παιχνίδι εσωτερικών διαφωνιών, μικροηγεμονιών ή μικροπολιτικής. Οι διαφωνίες εντός του μορφώματος υπάρχουν λόγω τωναντιμαχόμενων εσωτερικών σχεδίων για το αν και πώς θα βγει κίνημα, με τι περιεχόμενο, με ποιες δομές κλπ και άρα ως τέτοιες πρέπει να τις αντιμετωπίζουμε. Ακριβώς γι’ αυτό, είναι κομβικής σημασίας να μην υποτιμήσουμε ούτε στο ελάχιστο τα γεγονότα του τελευταίου διαστήματος στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα, όπως και να μην τα αντιμετωπίζουμε με έναν καφενιακό ή κοτσομπολίστικο τρόπο.
Είναι γεγονός, ότι οι συσχετισμοί στην παρούσα συγκυρία είναι αρνητικοί τόσο σε επίπεδο εχθρού, όσο σε επίπεδο κινηματικού παράγοντα και συμμαχιών, στοιχεία που αναφέρθηκαν και προηγούμενως. Τα σχέδια που προτείνονται εντός του χώρου δείχνουν τεράστια αδυναμία να ξεπεράσουν μια κατάσταση που υπάρχει εδώ και δύο χρόνια -όσο καλά κι αν φαίνεται ότι ξέρουν να την αναλύουν- με αποτέλεσμα να κάνουμε τεράστια βήματα προς τα πίσω, όσον αφορά το πολιτικό περιεχόμενο αλλά και την πρακτική μας ως χώρος συνολικά. Ενδεικτικό παράδειγμα είναι το πόσο προβληματικό είναι να περιμένουμε τον ξυλαδαρμό κάποιου φοιτητή από τα τάγματα εφόδου της Χ.Α. για να βγούμε στο δρόμο. Και πόσο ακόμα πιο προβληματικό είναι να έχει υπάρξει ξυλοδαρμός κι εμείς να ΜΗΝ είμαστε στο δρόμο, αν κρίνουμε από την τεράστια απουσία των σχημάτων και την ελλειπέστατη παρουσία του χώρου. Με λίγα λόγια, είναι καταφανές ότι η συγκυρία απαιτεί άμεσα και ισχυρά αντανακλασικά σε επίπεδο δικιάς μας απάντησης, δεν υπάρχει χώρος και χρόνος για λάθος χειρισμούς ή πολιτικά αδιέξοδα, γι’ αυτό και πρέπει να στρέψουμε το βλέμμα στο τι αντιπρόταγμα θέλουμε εμείς να δώσουμε, ποια είναι η δική μας απεύθυνση, πώς θα καταφέρουμε να εκφράσουμε τις ανησυχίες των συλλόγων, ποιος είναι αυτός ο χάρτης των αιτημάτων που θα πρέπει να υιοθετήσουμε ξεκινώντας από το μικρότερο και καταλήγοντας στο μεγαλύτερο.
Σε μια τέτοια κρίσιμη συγκυριακή κατάσταση, αν αντιλαμβανόμαστε τη σημασία της πολιτικής πρακτικής των σχημάτων στην καθημερινότητα ιστορικά, είναι επόμενο να μην μπορούμε να ανεχτούμε λογικές που βάζουν αναχώματα σε ένα σχέδιο που προσπαθεί να ανασηκωθεί και να περιγράψει κάτι ανά τους συλλόγους. Είναι κομβικό να αναφέρουμε ότι τα εαακ έχουν δομηθεί πάνω στον κοινό σχεδιασμό μέσα από τις διαφωνίες, έχουν βγάλει κινήματα μέσα από αυτές και πιθανά να μην μπορούν να υπάρξουν με τον ίδιο τρόπο χωρίς αυτές τις διαφωνίες. Αυτό σημαίνει ότι αν κάποιο σχήμα διαφωνεί με την πρακτικη ή το περιεχόμενο άλλων σχημάτων ή  αν κάποιος/α αγωνιστής/ρια δεν εκφράζεται από το σχήμα του, ΔΕΝ θα πρέπει να σιωπήσει και να υλοποιήσει ένα άλλο σχεδιασμό. Ίσα-ίσα, τα εαακ οφείλουν να δίνουν χώρο και χρόνο στην πολιτική τοποθέτηση και έκφραση των μειοψηφιών. Όταν όμως ένα σχέδιο ξεχνάει ότι στα εαακ υπάρχουν διαφωνίες και προσπαθεί να τις υπερβεί και να ηγεμονεύσει επί αυτών, θέτει υπό διακύβευση πολλά ζητήματα που εμείς τουλάχιστον θεωρούμε κομβικά για την προοπτική και την ανάδειξη του ταξικού παράγοντα με μαζικό και ισχυρό τρόπο.
Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, το τελευταίο διάστημα απειλήθηκε με πολλούς τρόπους η έννοια του δικτύου ως τρόπο ύπαρξης, επικοινωνίας και παραγωγής γραμμής των εαακ, η αυτοτέλεια των σχημάτων, η από τα κάτω λειτουργεία τους, η ανάδρασή τους με τον κοινωνικό χώρο μέσα στον οποίο παρεμβαίνουν και υλοποιούν το σχεδιασμό τους. Τα παραδείγματα είναι πολλά, αλλά θα επιμείνουμε σε μια πολιτική κριτική και αναγνωρίση των πραγμάτων. Αυτό σημαίνει, ότι μια μειοψηφική λογική όχι απλά εκφράστηκε και ακούστηκε στο σύνολο των σχημάτων, αλλάπροσπάθησε να επιβάλλει το σχεδιασμό της με τρόπο που δεν έχει καμιά σχέση με το πώς θέλουμε να λειτουργούν και να υπάρχουν τα σχήματα και κατά συνέπεια και το κίνημα, όσο κι αν κάποιος πιστεύει ότι τον «τρώει το δίκιο». Όταν εδικά η λογική η οποία επιχειρεί να επιβληθεί, το μόνο που έχει να προτάξει ανά τα χρόνια είναι ο ταξικός συμβιβασμός και «η μπάλα χαμηλά» ως ταβάνι πολιτικού περιεχομένου σε όλες τις μάχες τις οποίες τα εαακ έδωσαν ανά περιστάσεις, για εμάς τίθεταιπραγματικό ερώτημα του κατά πόσο μια τέτοια λογική έχει να προσφέρει στο κίνημα και στο ίδιο το μόρφωμα.
Αντιλαμβανόμαστε ότι η στάση απέναντι σε μια λογική και μια πρακτική που δεν βοηθάει τα εαακ να κάνουν βήματα, πρέπει να είναι πολύ συγκεκριμένη. Η λύση σε μια τέτοια διαφωνία δεν είναι σίγουρατο «σφύξιμο» του μοντέλου λειτουργίας των εαακ, ως άμεση απόκρυψη των διαφωνιών και επιβολή της πλειοψηφίας μια και καλή, λογική μάλιστα που επιχειρείται και από το νέο μοντέλο λειτουργίας που θέλει να παρουσιάσει και η μειοψηφική λογική. Από την άλλη, ούτε η εκμετάλλευση της απογοήτευσης που δημιουργεί η συγκεκριμένη διαφωνία για να προταθεί η ενιαιομετωπική λογικήπου θα τα λύσει όλα διά μαγείας είναι η λύση, πόσο μάλλον όταν στην πραγματικότητα αυτή η λογική φοβάται να αντιπαρατεθεί γιατί πρόκειται για μόρφωμα κοινής ιδεολογικής ρίζας και συμμάχου στον σχεδιασμό του επόμενου διαστήματος.
Φαίνεται λοιπόν, ότι όλοι σε αυτό το αμφιθέατρο μιλάμε για συντονισμό των εαακ, για ενότητα στη δράση, για κίνημα, για συλλόγους, για εσωτερική δημοκρατία, αλλά το ποιος προσπαθεί όντως για αυτά τα πρωτόλυου επιπέδου ζητήματα είναι πραγματικό ερώτημα. Η θυματοποίηση, η καταγγελιολογία, η παράθεση γεγονότων μακρυά από την πραγματικότητα, η τοποθέτηση που δεν θέλει να δει το περιεχόμενο της διαφωνίας αλλά πιστεύει ότι φταίει ο σεχταρισμός των άλλων και μόνο, επιβεβαίωνει την απουσία επιθυμίας να σχεδιάσουμε από κοινού το επόμενο διάστημα, τηνεκούσια προσπάθεια διάλυσης του μορφώματος και αποδεικνύει για άλλη μια φορά τη μη δυνατότητα ζύμωσης όχι απλά με μια λογική που δεν λειτουργεί δημοκρατικά, αλλά με μια λογική που για ακόμα μια φορά στην πραγματικότητα επιχειρεί να στρέψει τα εαακ σε ένα άλλο σχέδιο «ούτε ρήξη ούτε υποταγή».
Αν το πολιτικό περιεχόμενο, ο σχεδιασμός, το δίκτυο, η λειτουργία είναι διακύβευμα στο σήμερα, εμείς οφείλουμε να τα διασφαλίσουμε. Ακριβώς για αυτό, η πολιτική διαφωνία οφείλει να μπει με τρόπο πολιτικό από όλα τα σχήματα, καθώς αυτός είναι ο μόνος τρόπος να κάνουμε βήματα μπροστά ως εαακ, ακόμα και αν αυτό σημαίνει αναγκαστική ρήξη. Από την άλλη, μπορούμε να επιλέξουμε να αποφύγουμε το πολιτικό ερώτημα, να βγούμε διαλυτοποιημένοι από αυτή τη διαδικασία, να ξοδέψουμε χρόνο στην επανασύγκρότησή μας και να έχουμε κάνει ένα πολύ μεγάλο δώρο στον αντίπαλο, με εαακ ανύπαρκτα και αδύναμα. Εμείς θα επιλέξουμε τον πρώτο δρόμο, θα επιχειρήσουμε να σχεδιάσουμε για τις σημαντικές μάχες του επόμενου διαστήματος είτε αυτό λέγεται φοιτητικές εκλογές, είτε 2η αξιολόγηση, είτε νομοσχέδιο για την παιδεία, είτε λέγεται αντιφασισμός, είτε αντισεξισμός και θα προσπαθήσουμε, αν και μία ακόμα μειοψηφική λογική στα εαακ, να δοκιμάσουμε το σχέδιο μας στους συλλόγους και στο κίνημα και όχι στα σπασμένα κεφάλια των συντρόφων και των συντροφισσών.


Από το Blogger.