Τα ΕΑΑΚ μπροστά σε κρίσιμα πολιτικά ερωτήματα

3:27 μ.μ.
Ύστερα από μια σειρά προβληματικών γεγονότων και περιστατικών, τα οποία έλαβαν χώρα σε πανελλαδικό επίπεδο και έχουν μονοπωλήσει το εσωτερικό της κουβέντας των ΕΑΑΚ και ενίοτε ακόμα και την πρακτική των σχημάτων στους φοιτητικούς συλλόγους, αντιλαμβανόμαστε την αναγκαιότητα να τοποθετηθούμε επί αυτών. Τα φαινόμενα αυτά αποτελούν αιτίες που φανερώνουνβαθιές πολιτικές προβληματικές, απόρροια στρατηγικής ελλειμματικής και πολιτικοποίησης,ζητήματα τα οποία πρέπει να δούμε κατάματα αν θέλουμε να τα υπερβούμε.
Πρώτο βήμα για την αναγνώριση της υπάρχουσας κατάστασης, είναι κάποια γνωρίσματα τηςκεντρικής πολιτικής συγκυρίας που παρά το ότι καιρό τώρα αποτελούν κουβέντα στα αμφιθέατρά μας, δεν φαίνεται να έχουμε καταφέρει να τα ξεπεράσουμε. Ξεκινώντας, το κεντρικό πολιτικό σκηνικό χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να σταθεροποιήσει το πολιτικό σκηνικό εφαρμόζοντας το σύνολο των πτυχών του 3ου μνημονίου και της δεύτερης αξιολόγησης. Κλιμακώνει έτσι την επίθεση στις εργασιακές συνθήκες και τσακίζει το όποιο εργασιακό και συνδικαλιστικό δικαίωμα έχει απομείνει. Αποδεικνύεται επομένως πως ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελούσε και αποτελεί τον καλύτερο συνεχιστή της αστικής πολιτικής των προηγούμενων χρόνων. Η  αγανάκτηση του κόσμου ενσωματώθηκε πλήρως από αιτήματα  που αφορούσαν τηνκαλύτερη διαχείριση της υπάρχουσας κατάστασης, το οποίο και  συνέβαλε  στο να αδρανοποιηθεί ένα μεγάλο κομμάτι της νεολαίας αλλά και του φοιτητικού κινήματος καλλιεργώντας τις αυταπάτες για το σχέδιο αυτό της διαχείρισης του συστήματος ως απάντηση στις σύγχρονες ανάγκες του κόσμου της εργασίας μέσα στην κρίση. Ο ΣΥΡΙΖΑ άλλωστε δεν προσπάθησε ποτέ να ενισχύσει τις κινηματικές διαδικασίες που έλαβαν χώρα τα πρώτα χρόνια της κρίσης, πάνω στα οποία βασίστηκε, αλλά ούτε και να αναβαθμίσει τα αιτήματα τους σε μία ανατρεπτική κατεύθυνση.
Η κατάσταση στους φοιτητικούς συλλόγους, με την ακαδημαϊκή χρονιά να φτάνει στο τέλος της, χαρακτηρίζεται από μικρές κινήσεις με συνελεύσεις να βγαίνουν σε μερικούς συλλόγους -πράγμα που δεν μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε την περσινή χρονιά, χωρίς βέβαια να μιλάμε για μια κατάσταση που δίνει προοπτικές όξυνσης ή κλιμάκωσης κάποιας μετρήσιμης αντίστασης. Αυτό είναι πραγματικά προβληματικό αφού η εκπαιδευτική αναδιάρθρωση στις σχολές λαμβάνει χώρα με τις επιμέρους πτυχές της όπως τα δίδακτρα στα μεταπτυχιακά, τις αλλαγές στα προγράμματα σπουδών, τη σκλήρυνση στους όρους φοίτησης καθώς και τις συνεχιζόμενες περικοπές στις φοιτητικές παροχές ως αποτέλεσμα της υποχρηματοδότησης σε ΑΕΙ και ΤΕΙ πανελλαδικά και δεν υπάρχει ένα συνολικό σχέδιο για να τα αντιμετωπίσει.
Παρ’ όλα την επίθεση αυτή, το χειμερινό συντονιστικό του Δεκεμβρίου δεν κατάφερε να διαμορφώσει ένα κοινό βηματισμό για να μπορέσουμε να αναμετρηθούμε με αυτήν. Η κουβέντα του συντονιστικού πολώθηκε για άλλη μια φορά σε δύο ιδεολογήματα που θα μας βγάλουν υποτίθεται από το πολιτικό αδιέξοδο το οποίο περιγράφεται, και τα ιδεολογήματα αυτά δεν είναι άλλα από το ευρύτερο αριστερό μέτωπο και τη διαμόρφωση της ιδρυτικής διακήρυξης.

Η πρώτη πρόταση στηρίζεται στη λογική της δημιουργίας ενός πλατιού αριστερού μετώπου-κομμάτι του οποίου θα είναι και τα ΕΑΑΚ- το οποίο μέσω μιας πιο μαζικής και αποτελεσματικής παρέμβασηςθα καταφέρει να κινητοποιήσει τον κόσμο των σχολών. Η εκλογική συνεργασία με την ΑΡΕΝ και το ΑΡΔΙΝ που προτάθηκε και εν τέλει υλοποιήθηκε από μια σειρά σχημάτων τέθηκε υπό αυτήν τη λογική κάνοντας κοινές διαδικασίες, σχήματα, εκδηλώσεις . Η επιλογή αυτή όπως και οποιαδήποτε άλλη πρέπει αφού υλοποιείται να αποτιμάται για να κριθεί η αποτελεσματικότητά της. Η αποτίμηση της μπορεί να είναι μονάχα αρνητική αφού ούτε τα σχήματα αλλά ούτε και οι συλλογικές διαδικασίες μαζικοποιήθηκαν. Κάτι ακόμα που ενισχύει το παραπάνω συμπέρασμα είναι τα αποτελέσματα στις εκλογές και ότι οι κοινές αυτές διαδικασίες δεν συσπείρωσαν άλλον κόσμο πέραν του οργανωμένου στα σχήματα.
Ωστόσο είναι προβληματικό να μην αναγνωρίζεται ακόμα και τώρα το ότι δεν ήταν θετικό το αποτέλεσμα αυτής της κίνησης. Δεν μπορεί να πιστεύουμε ότι η συζήτηση με τις δυνάμεις που καλλιέργησαν την λογική του ΣΥΡΙΖΑ και δεν την έχουν αποτιμήσει επαρκώς, θα μπορούσε να προσελκύσει τον κόσμο των σχολών που έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους σε αυτές ακριβώς τις αντιλήψεις. Άρα δεν μπορούμε να περιμένουμε ότι μπορούμε να παράγουμε έναν σωστό σχεδιασμό με αυτόν τον τρόπο, δηλαδή ξεκομμένα από τις μάζες. Το κατά πόσο είναι πετυχημένο ένα σχέδιο ή όχι, κρίνεται στις κινηματικές διαδικασίες γιατί μόνο τότε μπορεί να αποδειχτεί η αποτελεσματικότητα του. Αυτός είναι και ο τρόπος που φαίνεται το κατά πόσο έχει να συμβάλλει ο κάθε χώρος στην συζήτηση εντός του μορφώματος, είτε με σκοπό την διεύρυνση του ή ακόμα και για την υπέρβαση του, γιατί ακριβώς μόνο έτσι μπορεί να φανεί αν απαντάει στις πραγματικές ανάγκες της πληττόμενης πλειοψηφίας.
Το πολιτικό πρόβλημα που έχει σήμερα το μόρφωμα να απαντήσει στα μέτωπα που ανοίγονται, μπορεί να επιλυθεί μόνο με την ανάδραση με τον κόσμο των συλλόγων που πλήττεται και από τον οποίο έχουμε απομακρυνθεί, εν μέρει εξαιτίας και τέτοιων διαδικασιών. Γι’ αυτό δεν μπορούμε να δούμε ότι η αποτυχία της στρατηγικής του ΣΥΡΙΖΑ δηλαδή του “ούτε ρήξη, ούτε υποταγή” είναι ίσως κάπως θολή, αλλά πράγματι αντιληπτή από πολύ μεγάλη μερίδα του κόσμου. Αυτός ο κόσμοςχάνει την εμπιστοσύνη του στην αριστερά στον βαθμό που εμείς οι ίδιοι δεν προσπαθούμε να περιγράψουμε ένα, όχι απλά πιο ριζοσπαστικό, αλλά ένα ολότελα ανατρεπτικό σχέδιο. Το νααναμασάμε χρεωκοπημένες αφηγήσεις και η επιμονή σε διαχειριστικές λογικές εντός και εκτός σχολής, θα οδηγήσει σε ένα νέο κύκλο απογοητεύσεων.

Η δεύτερη πρόταση που ανοίγεται στα αμφιθέατρα ΕΑΑΚ είναι αυτή μίας διαμόρφωσης διακήρυξης των σχημάτων, που θα περιλαμβάνει και θα συνθέτει μια συνολική τοποθέτηση του αμφιθεάτρου και θα συμβάλλει, κατά τους υποστηρικτές της, στην διαδικασία πολιτικής ενοποίησης του αμφιθεάτρου, αλλά και στην πολιτική αναβάθμιση του μορφώματος. Η “αναγκαιότητα αναβάθμισης” των ΕΑΑΚ που καλείται να φέρει μια διακήρυξη θεμελιώνεται πάνω στην ηττοπάθεια και αδράνεια του φοιτητικού σώματος και της τάξης που πλέον, 25 χρόνια μετά την ίδρυση τους τα σχήματα δεν μπορούν, ξαφνικά , να κινητοποιήσουν και να εμπνεύσουν.
Η πρόταση αυτή χωλαίνει από πάρα πολλές απόψεις, ακόμα και από απλοϊκές αναλύσεις. Αρχικά καλείται να δώσει οργανωτικές λύσεις σε πολιτικά προβλήματα. Αυτή η πρόταση θέτει ερωτήματα στο αμφιθέατρο και στα σχήματα γύρω από οργανωτικά μοντέλα λειτουργίας του μορφώματος, σε μία περίοδο που θα έπρεπε να διαφωνούμε για τα πολιτικά σχέδια με τα οποία θα κινητοποιήσουμε τους συλλόγους μας. Είναι λοιπόν μία εσωστρεφή κουβέντα που δεν μπορεί να μας βοηθήσει. Ταυτόχρονα, σε αυτή την πρόταση υποβόσκει μία πρόθεση σταδιακής παραταξιοποίησης των ΕΑΑΚ.
Παράλληλα, δεν μπορεί να μην βλέπουμε το συλλογιστικό σφάλμα αυτής της πρότασης. Από την μία αναγνωρίζεται η αναγκαιότητα για ενιαία υλοποίηση, αλλά ο τρόπος που προτείνεται να γίνει αυτό, δηλαδή η διακήρυξη, προϋποθέτει την πολιτική ενιαιότητα. Επομένως, ο στόχος δεν μπορεί να εκπληρωθεί. Σίγουρα όμως δεν αρκεί αυτή η κριτική. Η ενιαιότητα στην υλοποίηση, που είναι όντως υπαρκτή ανάγκη, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αυταξία. Ενιαιότητα για την ενιαιότητα, όταν δεν υπάρχει κάποια πολιτική πρόταση, και άρα είναι κουβέντα γύρω από πολιτικές θέσεις, θα γίνει αποκλειστικά με εγκεφαλικούς όρους και δεν θα αποτελεί χρήσιμη κατάκτηση για την δουλειά που θέλουμε να κάνουμε στους συλλόγους μας. Το όποιο σχέδιο υλοποιείται ενιαία πρέπει να προκύπτει από την διαπάλη των γραμμών, πάντα σε σύνδεση και ανάδραση με τις μάζες.

Πρέπει να επισημάνουμε και κάτι ακόμα. Θα έπρεπε να εθελοτυφλεί κανείς για να μην διαπιστώσει ότι μέσα από μια διήμερη διαδικασία εκατοντάδων ατόμων δεν μπορεί να επιτευχθεί μία ουσιαστική κουβέντα αφού, ακόμα και οι υποστηρικτές της αναγκαιότητας αυτής, δεν αντιμετωπίζουν με ανάλογο-δημοκρατικό τρόπο όλες τις τοποθετήσεις της διαδικασίας, με πολλές μεθόδους, τόσο εντός των σχημάτων με τον τρόπο με τον οποίο εν τέλει αποτυπώνεται η σύνθεση των θέσεων των διαδικασιών του, όσο και σε επίπεδο αμφιθεάτρου με τον χρόνο και την προσοχή που δίδεται στις διαφορετικές τοποθετήσεις. Γι΄ αυτό πρέπει μία τέτοια κουβέντα να γίνεται στα σχήματα και σε επόμενο στάδιο να συνολικοποιείται στα συντονιστικά, και όχι το αντίστροφο, το οποίο αποτελεί μιαεκβιαστική μορφή επιβολής θέσεων στις μειοψηφικές φωνές του αμφιθεάτρου. Η αλλαγή αυτή δεν οδηγεί σε αδιέξοδα μόνο για φυσιογνωμικούς προφανώς λόγους αλλά και για την ουτοπική πεποίθηση ότι μπορεί να βρεθεί κοινός τόπος στις φωνές, που απαιτείται για την διαμόρφωση μιας διακήρυξης, εντός του αμφιθεάτρου ΕΑΑΚ χωρίς να υπάρξει αντικειμενική μείωση του περιεχομένου των τοποθετήσεων και των πρακτικών μας (όπως ακριβώς και σε πιθανή άνευ όρων συνεργασία με άλλες δυνάμεις). Η κουβέντα μόνο μέσα από τις κινηματικές διαδικασίες μπορεί να επιτευχθεί,όταν δηλαδή οι αντικειμενικές κοινωνικοπολιτικές συνθήκες θα είναι τέτοιες ώστε να τραβάνε κάθε μόρφωμα, οργάνωση και αγωνιστή/στρια πίσω τους.

Τι εαακ θέλουμε; Ζητήματα δημοκρατίας και συντονισμού

Καταλαβαίνουμε ότι τα ζητήματα που ανακύπτουν είναι βαθιά πολιτικά και αντικατοπτρίζουνσυνολική προβληματική λειτουργία στο εσωτερικό μας. Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε, ότι αυτά τα ίδια πολιτικά προβλήματα, την τελευταία περίοδο μας οδήγησαν να μην μπορούμε να βάλουμε συντονισμένα την κατάλληλη πολιτική ιεράρχηση και να δώσουμε τις πολιτικές μάχες αποτελεσματικά στους συλλόγους μας. Εδω ερχόμαστε να αναμετρηθούμε και να επεξεργαστούμε συστηματικά το πρόβλημα της δημοκρατίας μέσα στα σχήματα και στις συντονιστικές τους διαδικασίες δηλαδή τα συντονιστικά πόλης και πανελλαδικά διήμερα.
Το ζήτημα της γραφειοκρατίας στο εσωτερικό του κινήματος και των ΕΑΑΚ είναι συχνό φαινόμενο. Οφείλουμε να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις στην καταπολέμησή της , τόσο στο εσωτερικό του μορφώματος, όσο και του κινήματος. Στο εσωτερικό των ΕΑΑΚ, πρέπει να διεκδικήσουμε την ισότιμη εκπροσώπηση όλων των σχημάτων κι όχι ποσόστωση ανάλογα με την επιρροή κάθε οργάνωσης στο εκάστοτε σχήμα, όπως επίσης, και το δικαίωμα διαφορετικές τάσεις και απόψεις που θεωρούν ότι μειοψήφησαν να μπορούν να εκφραστούν και να μην καταπνίγονται. Χωρίς να κρατάμε τα ερωτήματα για την αντικαπιταλιστική αριστερά έξω από τα ΕΑΑΚ και τα σχήματα μας,να μπορούμε ωστόσο να περιφρουρήσουμε τα σχήματα ενάντια στις τάσεις παραταξιοποίησης και τον αποκλεισμό ρευμάτων. Το συντονισμό των διαδικασιών πρέπει να αναλάβει γραμματεία που θα αποτελείται από αιρετούς και ανακλητούς εκπροσώπους των σχημάτων και όσους/ες εκτιμούν ότι δεν περιλαμβάνονται στις συνθέσεις των σχημάτων τους. Όλες οι δραστηριότητες και οι θέσεις του σχήματος είναι αναγκαίο να καθορίζονται με τον ισότιμο διάλογο μέσα στο σχήμα, χωρίς “κεκτημένα” και συνεννοήσεις παραγόντων που τα παρακάμπτουν. Δύναμη των ΕΑΑΚ είναι η λειτουργία από τα κάτω. Ακριβώς για τους παραπάνω λόγους πρέπει να υπερασπιζόμαστε και να επιδιώκουμε τον συχνό συντονισμό και την πρωτοκαθεδρία των σχημάτων μέσα στο δίκτυο έναντι των οργανώσεων στις διαδικασίες. Συντονισμό που δε θα συνίσταται σε μια διαρκή και επαναλαμβανόμενη μονόδρομη ροή αποφάσεων και σχεδίων από πάνω προς τα κάτω, αλλά θα εμπεριέχει την ανατροφοδότηση της βάσης από την κορυφή και το αντίστροφο και γι’ αυτό αλλωστε έχει νόημα να υπάρχει . Πιο  συγκεκριμένες προτάσεις με ένα συνολικό σκεπτικό για την αναμόρφωση των πολύ προβληματικών υφιστάμενων διαδικασιών συντονισμού και εσωτερικής δημοκρατίας των ΕΑΑΚ, με βασικές αρχές είναι :
·                     να μιλούν όλα τα σχήματα ως τέτοια (ενάντια σε παραδοξολογίες του τύπου “δημοκρατία δεν είναι γενικώς να μιλάνε όλοι”), πράγμα που θα καταλαμβάνει και το μεγαλύτερο μέρος της διαδικασίας
·                     να εκφράζονται ελεύθερα όλες οι τάσεις και οι μειοψηφίες. Πρέπει να δίνεται η δυνατότητα σε όλους και όλες, που θεωρούν ότι δεν καλύπτονται από την σύνθεση τους σχήματος τους, να τοποθετούνται στα συντονιστικά. Αυτό δεν είναι κάτι που πρέπει να προκύπτει μέσα από ακραίες πιέσεις και συγκρούσεις που εκθέτουν το μόρφωμα, αλλά να θεωρείται αυτονόητο δικαίωμα. Μόνο με αυτό τον τρόπο θα μπορούν και οι αποφάσεις που παίρνουμε μέσω των κειμένων μας να αντικατοπτρίζουν την πραγματική σύνθεση.
·                     οι οργανώσεις να τοποθετούνται ισότιμα και με προβλεπόμενο τρόπο, χωρίς να καμουφλάρονται πίσω από μονοτασικά σχήματα, πράγμα που εντείνει και τις τάσεις προς διάσπαση σχημάτων
·                     να καταργηθούν τα “μπλοκάκια” που μοιράζουν τις τοποθετήσεις των σχημάτων με βάση τις “ποσοστώσεις” των οργανώσεων
·                     να δίνεται ισότιμος χρόνος σε όλους τους ομιλητές
·                     να εκλέγεται γραμματεία αποτελούμενη από όλες τις τάσεις, η οποία θα αναλαμβάνει το συντονισμό στα διαστήματα μεταξύ των ολομελειακών συντονιστικών διαδικασιών, ώστε να ξεπεραστούν τα “παραγοντομαζέματα” που η βάση των σχημάτων δεν μπορεί να ελέγξει
·                     Πάνω στο ζήτημα του πως συγγράφονται τα κείμενα, είναι πολύ σημαντικό αυτή η διαδικασία να είναι αποκλειστική δουλειά των αιρετών και ανακλητών εκπροσώπων των σχημάτων. Δεν είναι δυνατό, αυτό να το αναλαμβάνουν οι εκπρόσωποι των οργανώσεων, χωρίς καμία ανάδραση με την διαδικασία του συντονιστικού. Αυτός είναι και ο λόγος που τα τετρασέλιδα καταλήγουν να είναι απλά η σύνθεση των οργανώσεωνκαι όχι κτήμα και αποτέλεσμα της συζήτησης των σχημάτων. Η δημοκρατία σε αυτό το επίπεδο είναι κάτι που πρέπει να το διεκδικούμε στο τώρα(!) και να μην υπεκφεύγουμε μεταθέτοντας την στο μέλλον, λέγοντας ότι αυτή θα κατακτηθεί μέσα από ένα άλλο οργανωτικό μοντέλο που δεν έχουμε αποκτήσει ακόμα. Η υπεκφυγή πάνω σε αυτό το ζήτημα αποτελεί πολιτική απόφαση. Θέλουμε δημοκρατικές διαδικασίες τόσο στη συγγραφή του τετρασέλιδου όσο και στην διαδικασία του συντονιστικού συνολικά.
Η επίγνωση της ανεπάρκειας μιας κινηματικής δομής θα πρεπει να μας οδήγει στο χτίσιμο μιας ανώτερης δομής με τα αναγκαία και αναβαθμισμένα χαρακτηριστικά με κριτήριο την αποτελεσματικότητα τους για το κίνημα και όχι στην οπισθοδρόμηση σε συνδικαλιστικά μορφώματα που έχουν δείξει τα ιστορικά τους όρια.

Για το “hot” ζήτημα του διημέρου…
Μέσα από αυτή τη μακροσκελή ανάλυση για την κουβέντα στο εσωτερικό των εαακ, δεν αναλωνόμαστε σε μια ομφαλοσκόπηση που στην πραγματικότητα δεν αφορά κανένα. Είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι δεν πρόκειται για ένα παιχνίδι εσωτερικών διαφωνιών, μικροηγεμονιών ή μικροπολιτικής. Οι διαφωνίες εντός του μορφώματος υπάρχουν λόγω τωναντιμαχόμενων εσωτερικών σχεδίων για το αν και πώς θα βγει κίνημα, με τι περιεχόμενο, με ποιες δομές κλπ και άρα ως τέτοιες πρέπει να τις αντιμετωπίζουμε. Ακριβώς γι’ αυτό, είναι κομβικής σημασίας να μην υποτιμήσουμε ούτε στο ελάχιστο τα γεγονότα του τελευταίου διαστήματος στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα, όπως και να μην τα αντιμετωπίζουμε με έναν καφενιακό ή κοτσομπολίστικο τρόπο.
Είναι γεγονός, ότι οι συσχετισμοί στην παρούσα συγκυρία είναι αρνητικοί τόσο σε επίπεδο εχθρού, όσο σε επίπεδο κινηματικού παράγοντα και συμμαχιών, στοιχεία που αναφέρθηκαν και προηγούμενως. Τα σχέδια που προτείνονται εντός του χώρου δείχνουν τεράστια αδυναμία να ξεπεράσουν μια κατάσταση που υπάρχει εδώ και δύο χρόνια -όσο καλά κι αν φαίνεται ότι ξέρουν να την αναλύουν- με αποτέλεσμα να κάνουμε τεράστια βήματα προς τα πίσω, όσον αφορά το πολιτικό περιεχόμενο αλλά και την πρακτική μας ως χώρος συνολικά. Ενδεικτικό παράδειγμα είναι το πόσο προβληματικό είναι να περιμένουμε τον ξυλαδαρμό κάποιου φοιτητή από τα τάγματα εφόδου της Χ.Α. για να βγούμε στο δρόμο. Και πόσο ακόμα πιο προβληματικό είναι να έχει υπάρξει ξυλοδαρμός κι εμείς να ΜΗΝ είμαστε στο δρόμο, αν κρίνουμε από την τεράστια απουσία των σχημάτων και την ελλειπέστατη παρουσία του χώρου. Με λίγα λόγια, είναι καταφανές ότι η συγκυρία απαιτεί άμεσα και ισχυρά αντανακλασικά σε επίπεδο δικιάς μας απάντησης, δεν υπάρχει χώρος και χρόνος για λάθος χειρισμούς ή πολιτικά αδιέξοδα, γι’ αυτό και πρέπει να στρέψουμε το βλέμμα στο τι αντιπρόταγμα θέλουμε εμείς να δώσουμε, ποια είναι η δική μας απεύθυνση, πώς θα καταφέρουμε να εκφράσουμε τις ανησυχίες των συλλόγων, ποιος είναι αυτός ο χάρτης των αιτημάτων που θα πρέπει να υιοθετήσουμε ξεκινώντας από το μικρότερο και καταλήγοντας στο μεγαλύτερο.
Σε μια τέτοια κρίσιμη συγκυριακή κατάσταση, αν αντιλαμβανόμαστε τη σημασία της πολιτικής πρακτικής των σχημάτων στην καθημερινότητα ιστορικά, είναι επόμενο να μην μπορούμε να ανεχτούμε λογικές που βάζουν αναχώματα σε ένα σχέδιο που προσπαθεί να ανασηκωθεί και να περιγράψει κάτι ανά τους συλλόγους. Είναι κομβικό να αναφέρουμε ότι τα εαακ έχουν δομηθεί πάνω στον κοινό σχεδιασμό μέσα από τις διαφωνίες, έχουν βγάλει κινήματα μέσα από αυτές και πιθανά να μην μπορούν να υπάρξουν με τον ίδιο τρόπο χωρίς αυτές τις διαφωνίες. Αυτό σημαίνει ότι αν κάποιο σχήμα διαφωνεί με την πρακτικη ή το περιεχόμενο άλλων σχημάτων ή  αν κάποιος/α αγωνιστής/ρια δεν εκφράζεται από το σχήμα του, ΔΕΝ θα πρέπει να σιωπήσει και να υλοποιήσει ένα άλλο σχεδιασμό. Ίσα-ίσα, τα εαακ οφείλουν να δίνουν χώρο και χρόνο στην πολιτική τοποθέτηση και έκφραση των μειοψηφιών. Όταν όμως ένα σχέδιο ξεχνάει ότι στα εαακ υπάρχουν διαφωνίες και προσπαθεί να τις υπερβεί και να ηγεμονεύσει επί αυτών, θέτει υπό διακύβευση πολλά ζητήματα που εμείς τουλάχιστον θεωρούμε κομβικά για την προοπτική και την ανάδειξη του ταξικού παράγοντα με μαζικό και ισχυρό τρόπο.
Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, το τελευταίο διάστημα απειλήθηκε με πολλούς τρόπους η έννοια του δικτύου ως τρόπο ύπαρξης, επικοινωνίας και παραγωγής γραμμής των εαακ, η αυτοτέλεια των σχημάτων, η από τα κάτω λειτουργεία τους, η ανάδρασή τους με τον κοινωνικό χώρο μέσα στον οποίο παρεμβαίνουν και υλοποιούν το σχεδιασμό τους. Τα παραδείγματα είναι πολλά, αλλά θα επιμείνουμε σε μια πολιτική κριτική και αναγνωρίση των πραγμάτων. Αυτό σημαίνει, ότι μια μειοψηφική λογική όχι απλά εκφράστηκε και ακούστηκε στο σύνολο των σχημάτων, αλλάπροσπάθησε να επιβάλλει το σχεδιασμό της με τρόπο που δεν έχει καμιά σχέση με το πώς θέλουμε να λειτουργούν και να υπάρχουν τα σχήματα και κατά συνέπεια και το κίνημα, όσο κι αν κάποιος πιστεύει ότι τον «τρώει το δίκιο». Όταν εδικά η λογική η οποία επιχειρεί να επιβληθεί, το μόνο που έχει να προτάξει ανά τα χρόνια είναι ο ταξικός συμβιβασμός και «η μπάλα χαμηλά» ως ταβάνι πολιτικού περιεχομένου σε όλες τις μάχες τις οποίες τα εαακ έδωσαν ανά περιστάσεις, για εμάς τίθεταιπραγματικό ερώτημα του κατά πόσο μια τέτοια λογική έχει να προσφέρει στο κίνημα και στο ίδιο το μόρφωμα.
Αντιλαμβανόμαστε ότι η στάση απέναντι σε μια λογική και μια πρακτική που δεν βοηθάει τα εαακ να κάνουν βήματα, πρέπει να είναι πολύ συγκεκριμένη. Η λύση σε μια τέτοια διαφωνία δεν είναι σίγουρατο «σφύξιμο» του μοντέλου λειτουργίας των εαακ, ως άμεση απόκρυψη των διαφωνιών και επιβολή της πλειοψηφίας μια και καλή, λογική μάλιστα που επιχειρείται και από το νέο μοντέλο λειτουργίας που θέλει να παρουσιάσει και η μειοψηφική λογική. Από την άλλη, ούτε η εκμετάλλευση της απογοήτευσης που δημιουργεί η συγκεκριμένη διαφωνία για να προταθεί η ενιαιομετωπική λογικήπου θα τα λύσει όλα διά μαγείας είναι η λύση, πόσο μάλλον όταν στην πραγματικότητα αυτή η λογική φοβάται να αντιπαρατεθεί γιατί πρόκειται για μόρφωμα κοινής ιδεολογικής ρίζας και συμμάχου στον σχεδιασμό του επόμενου διαστήματος.
Φαίνεται λοιπόν, ότι όλοι σε αυτό το αμφιθέατρο μιλάμε για συντονισμό των εαακ, για ενότητα στη δράση, για κίνημα, για συλλόγους, για εσωτερική δημοκρατία, αλλά το ποιος προσπαθεί όντως για αυτά τα πρωτόλυου επιπέδου ζητήματα είναι πραγματικό ερώτημα. Η θυματοποίηση, η καταγγελιολογία, η παράθεση γεγονότων μακρυά από την πραγματικότητα, η τοποθέτηση που δεν θέλει να δει το περιεχόμενο της διαφωνίας αλλά πιστεύει ότι φταίει ο σεχταρισμός των άλλων και μόνο, επιβεβαίωνει την απουσία επιθυμίας να σχεδιάσουμε από κοινού το επόμενο διάστημα, τηνεκούσια προσπάθεια διάλυσης του μορφώματος και αποδεικνύει για άλλη μια φορά τη μη δυνατότητα ζύμωσης όχι απλά με μια λογική που δεν λειτουργεί δημοκρατικά, αλλά με μια λογική που για ακόμα μια φορά στην πραγματικότητα επιχειρεί να στρέψει τα εαακ σε ένα άλλο σχέδιο «ούτε ρήξη ούτε υποταγή».
Αν το πολιτικό περιεχόμενο, ο σχεδιασμός, το δίκτυο, η λειτουργία είναι διακύβευμα στο σήμερα, εμείς οφείλουμε να τα διασφαλίσουμε. Ακριβώς για αυτό, η πολιτική διαφωνία οφείλει να μπει με τρόπο πολιτικό από όλα τα σχήματα, καθώς αυτός είναι ο μόνος τρόπος να κάνουμε βήματα μπροστά ως εαακ, ακόμα και αν αυτό σημαίνει αναγκαστική ρήξη. Από την άλλη, μπορούμε να επιλέξουμε να αποφύγουμε το πολιτικό ερώτημα, να βγούμε διαλυτοποιημένοι από αυτή τη διαδικασία, να ξοδέψουμε χρόνο στην επανασύγκρότησή μας και να έχουμε κάνει ένα πολύ μεγάλο δώρο στον αντίπαλο, με εαακ ανύπαρκτα και αδύναμα. Εμείς θα επιλέξουμε τον πρώτο δρόμο, θα επιχειρήσουμε να σχεδιάσουμε για τις σημαντικές μάχες του επόμενου διαστήματος είτε αυτό λέγεται φοιτητικές εκλογές, είτε 2η αξιολόγηση, είτε νομοσχέδιο για την παιδεία, είτε λέγεται αντιφασισμός, είτε αντισεξισμός και θα προσπαθήσουμε, αν και μία ακόμα μειοψηφική λογική στα εαακ, να δοκιμάσουμε το σχέδιο μας στους συλλόγους και στο κίνημα και όχι στα σπασμένα κεφάλια των συντρόφων και των συντροφισσών.


Από το Blogger.