Και αυτός ο νόμος να μείνει… στα χαρτιά!

2:25 μ.μ.
Οι εξαγγελίες του υπ. Παιδείας Κ. Γαβρόγλου για το νέο νομοσχέδιο για την εκπαίδευση που ψηφίστηκε πρόσφατα στη Βουλή, δεν είχαν σε τίποτα να ζηλέψουν παλιότερες ανακοινώσεις υπουργών Παιδείας, αφού και σ' αυτές δεν έλειψαν οι αναφορές για ελεύθερη πρόσβαση των μαθητών στο πανεπιστήμιο, για ίσες ευκαιρίες, μείωση της παραπαιδείας κτλ. Στην πραγματικότητα όμως το νομοσχέδιο αυτό είναι πιο σκληρό και πιο ανταγωνιστικό για τους μαθητές και τις μαθήτριες, λιγότερο “αξιοκρατικό” και σίγουρα πολύ πιο ταξικό. Προφανώς, το υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα (με το οποίο δεν λέει κανείς/καμία ότι είμαστε ευχαριστημένοι!) κοστίζει πολύ περισσότερο για το κράτος και δεν ανταποκρίνεται στις επιταγές της ΕΕ και του ΟΟΣΑ για την εκπαίδευση, με τις οποίες πρέπει να ευθυγραμμιστεί η κυβέρνηση λόγω των μνημονιακών της δεσμεύσεων.
Οι αλλαγές που επιφέρει το νέο νομοσχέδιο στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, θα ξεκινήσουν από την σχολική χρονιά 2019-2020, ενώ μέχρι τότε θα γίνει ελάφρυνση της ύλης από την ήδη τρέχουσα σχολική χρονιά. Αναμένονται αλλαγές στα περισσότερα προγράμματα σπουδών και στις ύλες των μαθημάτων, μια συζήτηση που έχει ήδη ξεσηκώσει αντιδράσεις από καθηγητές αλλά και γονείς. Ταυτόχρονα, μέχρι το 2020 θα έχει γίνει υποχρεωτική και η φοίτηση του Λυκείου, σε μια κατεύθυνση εξάλειψης της ανήλικης εργασίας, αφού παρατηρείται η ολοένα και μεγαλύτερη εγκατάλειψη του Λυκείου από μαθητές και μαθήτριες που έχουν ανάγκη να εργαστούν για να βοηθήσουν τις οικογένειες τους, μια ανάγκη που έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια λόγω της οικονομικής κρίσης. Δεν αναζητείται όμως, από την κυβέρνηση ένας τρόπος μείωσης της ανάγκης αυτής στη ρίζα της (δεν θα μπορούσε άλλωστε!) αλλά γίνεται προσπάθεια να αποσιωπηθεί με διάφορους τρόπους.
Οι εξαγγελίες του ΣΥΡΙΖΑ για κατάργηση των Πανελλαδικών Εξετάσεων πέφτουν στο κενό και απλά μετονομάζονται "Κεντρικά Οργανωμένες Εξετάσεις". Οι μαθητές/τριες δε θα δίνουν πια εξετάσεις για την εισαγωγή τους στο πανεπιστήμιο μία, αλλά δύο φορές, καθώς προστίθεται μια εξέταση πανελλαδικού χαρακτήρα και τον Γενάρη, η οποία θα προσμετράται στην τελική βαθμολογία μόνο εάν ο βαθμός είναι μεγαλύτερος από τις εξετάσεις του Μαΐου. Αυτή την κίνηση το Υπουργείο τη δικαιολογεί λέγοντας ότι δεν μπορεί να κρίνει ένα 3ωρο ολόκληρη την ζωή των μαθητών (αλλά μπορούν δύο;). Είναι σαφές ότι η εισαγωγή παραπάνω εξετάσεων σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που περιστρέφεται γύρω από αυτές, βοηθάει μόνο την αύξηση της παραπαιδείας, για τους μαθητές και τις μαθήτριες που έχουν αυτή την δυνατότητα και αφήνει απ’ έξω εκείνους/ες που δεν μπορούν να πληρώσουν ιδιαίτερα και φροντιστήρια για να περάσουν στο πανεπιστήμιο. Ταυτόχρονα δημιουργείται ένα μεγαλύτερο άγχος στους μαθητές/τριες, αφού πρέπει να περάσουν το βάρος των εξετάσεων δύο φορές.
Σε αυτές τις εξετάσεις τα μαθήματα που θα δίνονται θα είναι 4, το 1 θα είναι  για όλους/ες το μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας και τα άλλα 3 θα τα επιλέγουν οι μαθητές/τριες, ανάλογα με το ποιο επιστημονικό πεδίο θέλουν να ανοίξουν. Τα μαθήματα που θα διδάσκονται οι μαθητές/τριες στην Γ’ Λυκείου θα είναι τα μισά σε σύνολο από ότι προηγουμένως (από 14 μαθήματα, θα διδάσκονται πια μόλις 7). Σε αυτή την κατάσταση, παρόλες τις διαβεβαιώσεις του κ. Γαβρόγλου δεν είναι δυνατόν να μην υπάρξουν περικοπές προσωπικού, καθώς καταργούνται ειδικότητες, άρα ένα μεγάλο κομμάτι εκπαιδευτικών δε θα είναι χρήσιμο για το νέο εκπαιδευτικό σύστημα. Αυτό μπορεί να μην γίνει άμεσα με απολύσεις κτλ αλλά είναι πιθανό να μην προκηρυχθούν νέες θέσεις προσωπικού, είτε μόνιμων, είτε αναπληρωτών.
Βασική κατεύθυνση του νέου νομοσχεδίου είναι και η διοχέτευση περισσότερων μαθητών και μαθητριών στα ΕΠΑΛ, αφού φαίνεται πως η παραγωγή έχει πια ανάγκη από τεχνικούς εργάτες, καταρτισμένους, όχι απλά εξειδικευμένους, σε μία συγκεκριμένη εργασία, περισσότερο από τους πτυχιούχους/διπλωματούχους ενός γνωστικού αντικειμένου. Γι΄αυτό το λόγο λοιπόν η κυβέρνηση προσπαθεί να κάνει το Επαγγελματικό Λύκειο πιο θελκτικό για τους μαθητές/τριες. Αυτό επιδιώκεται είτε με την «υπόσχεση» της κυβέρνησης ότι οι απόφοιτοι/ες του ΕΠΑΛ θα μπορούν πια να φοιτούν και σε ΑΕΙ (κάτι που παλιότερα δεν ίσχυε παρά για το 1% των αποφοίτων ΕΠΑΛ) αλλά και με την αύξηση των θέσεων της λεγόμενης «μαθητείας» για περισσότερους/ες μαθητές/τριες. Η «μαθητεία», που στην ουσία είναι απλήρωτη εργασία πλάι σε κάποιον/α επαγγελματία, προσφέρεται από την κυβέρνηση σαν «τυράκι» για να προσελκύσει περισσότερο κόσμο στα ΕΠΑΛ, στη λογική ότι ο/η απόφοιτος/η  θα έχει ένα είδος προϋπηρεσίας και εμπειρίας όταν τελειώσει το σχολείο και θα είναι πιο εύκολο να εργαστεί αμέσως. Όλα αυτά συμβαίνουν μόνο και μόνο για να καλύψουν τις ανάγκες του συστήματος το οποίο ζητά εργαζόμενους που είναι υπάκουοι και υποτελείς στο κάθε αφεντικό, πειθήνιοι και ευέλικτοι σύμφωνα με τις εκάστοτε ανάγκες της αγοράς, και φυσικά με χαμηλότερο ή ακόμα καλύτερα καθόλου μισθό.
Και αφού λοιπόν έχει δημιουργηθεί αυτός ο τύπος αποφοίτου από το Λύκειο (είτε Γενικό, είτε ΕΠΑΛ), πρέπει να τον συνδυάσουμε με τις αλλαγές που συμβαίνουν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και τα αποτελέσματα που έχουν αυτές για τους φοιτητές/τριες που ήδη βρίσκονται στο πανεπιστήμιο ή σε κάποιο ΤΕΙ αλλά και για τους μελλοντικούς φοιτητές και φοιτήτριες.
Όπως και στις περισσότερες αλλαγές, των τελευταίων ετών, στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, βασικός άξονας και του νομοσχεδίου Γαβρόγλου, είναι η χρηματοδότηση των ιδρυμάτων. Το εντυπωσιακό όπως πάντα για την «αριστερή» κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι έκανε το μεγάλο βήμα, παίρνοντας την πρωτοβουλία να καταθέσει προγράμματα για την αυτοχρηματοδότηση των ιδρυμάτων που ακόμα και η Γιαννάκου ντρεπόταν να το κάνει. Πιο αναλυτικά η αντιδραστική αυτή τομή ξεκινάει με την επιβολή διδάκτρων για όλες τις μεταπτυχιακές σπουδές, με το 30% των φοιτητών που καλύπτουν τα εισοδηματικά κριτήρια που ορίζει το υπ. Παιδείας να μην πληρώνουν, στο όνομα της αριστερής φυσιογνωμίας που προσπαθεί να διατηρήσει. Στην ουσία, η υποχρηματοδότηση των τριτοβάθμιων ιδρυμάτων που εδώ και χρόνια έχει μειωθεί κατά 80%-90%, είχε σταδιακά το στρατηγικό αποτέλεσμα του ανοίγματος χώρου εντός τους για την διείσδυση επιχειρήσεων και ιδιωτών. Δεν πρόκειται για είδηση αλλά για μια συνεχή διαδικασία που σχεδόν ολοκληρώνεται με το νομοσχέδιο Γαβρόγλου. Η αυτοχρηματοδότηση των ιδρυμάτων είναι η βασική τομή της αστικής ρητορείας για τα σχέδια της στο πανεπιστήμιο καθώς φροντίζει κάθε δυνατή λεπτομέρεια για την σκλήρυνση των ταξικών φραγμών και την επιχειρηματικοποίηση των ίδιων των ιδρυμάτων.
Το δεύτερο στοιχείο του νέου νομοσχεδίου του υπουργείου παιδείας είναι τα Ακαδημαϊκά Συμβούλια και οι ΕΛΚΕ (Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων Έρευνας). Στην ουσία πρόκειται για το αναγκαίο βήμα, δηλαδή για την ακόμα ευκολότερη διείσδυση των επιχειρήσεων εντός του πανεπιστημίου. Η αστική τάξη έφτασε στο συμπέρασμα ότι η διείσδυση των επιχειρήσεων όπως αυτή επιθυμούσε στα ιδρύματα δεν μπορούσε να γίνει στον επιθυμητό βαθμό από τα προηγούμενα νομοσχέδια και τη διαρκή υποχρηματοδότηση που ακολούθησε αυτών.  Έτσι η ρύθμιση αυτής της κατεύθυνσης εκ των έσω του πανεπιστημίου καθορίζει επακριβώς και με τον βέλτιστο τρόπο την προσαρμογή των ιδρυμάτων στις ανάγκες της αγοράς, είτε αυτές είναι συγκυριακές είτε στρατηγικού τύπου, μέσα από τις αποφάσεις των Ακαδημαϊκών Συμβουλίων. Ταυτόχρονα ο καθορισμός του περιεχομένου της έρευνας και του ξεπουλήματος των σκοπών του ιδρύματος γίνεται από τον «καλοθελητή» επενδυτή με την συγκατάθεση των Ακαδημαϊκών Συμβουλίων.
Τρίτο και πολύ σημαντικό σημείο αναφοράς για το εντυπωσιακά κατάπτυστο αυτό νομοσχέδιο είναι οι αλλαγές όσον αφορά την δια βίου μάθηση. Στην ουσία, πρόκειται για μια αναβάθμιση στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται οι κατευθύνσεις της δια βίου μάθησης. Η ίδρυση του Εθνικού Συστήματος Διαρκούς Επιμόρφωσης που θα εξασφαλίζει με επιστημονική ακρίβεια το πόσα επιπλέον μαθήματα-καψόνια θα χρειαστεί να περάσει και να πληρώσει ο/η φοιτητής/τρια έτσι ώστε να γίνει ανταγωνιστικός/ή, ευέλικτος/ή και πάνω απ' όλα άριστος/η επιστήμονας, σύμφωνα με τα κριτήρια των μελλοντικών αφεντικών του. Επιπλέον, ιδρύονται τα -ανά ίδρυμα- ΚΕΔΙΒΙΜ (Κέντρα Δια Βίου Μάθησης) τα οποία είναι υπεύθυνα για την προσαρμογή των κεντρικά προωθούμενων αλλαγών στις εκάστοτε σχολές και το «επίπεδο των αποφοίτων».
Κομμάτι του νομοσχεδίου αυτού, αφορά και την αντιπροσώπευση των φοιτητών στα όργανα διοίκησης των ιδρυμάτων. Πιο αναλυτικά, ο Γαβρόγλου, σαν «γνήσιο» στέλεχος της αριστεράς θέλει ο λόγος και τα συμφέροντα των φοιτητών να «έχουν απήχηση» στις συγκλήτους και τις κοσμητείες, και για αυτό ακριβώς επιτρέπει την εκλογή τους στα όργανα αυτά μέσα από κεντρικές εκλογές των ιδρυμάτων ανά χρόνο, αλλά και δικαίωμα ψήφου στις πρυτανικές εκλογές. Η στρατηγική αυτή αλλαγή είναι το καλύτερο δυνατό παράδειγμα της καλλιέργειας της συνδιοικητικής αυταπάτης με την οποία άλλωστε και ο ίδιος πολιτικοποιήθηκε. Σ' αυτό λοιπόν, χρέος μας είναι το σπάσιμο των πρυτανικών εκλογών για να δίδεται ξεκάθαρο το μήνυμα του ότι στο ίδιο τραπέζι δεν κάθονται να διαπραγματευτούν φοιτητές με καθηγητάδες, αλλά είναι δουλεία των φοιτητικών συλλόγων και των συνελεύσεων τους να ορίζουν την δράση τους, ανεξάρτητα και  χωρίς κανένα είδος διαπραγμάτευσης!
Τέλος, το νομοσχέδιο αυτό προβλέπει την σταδιακή κατάργηση των ΤΕΙ και την μετατροπή τους σε ΑΕΙ. Σε όλη αυτή τη διαδικασία ο πειραματικός σωλήνας θα είναι τα δύο ΤΕΙ που βρίσκονται στην Αττική (ΤΕΙ Αθήνας-ΤΕΙ Πειραιά). Αναλυτικότερα το νομοσχέδιο προβλέπει συγχωνεύσεις και καταργήσεις τμημάτων, που σε πολλές περιπτώσεις τα αντικείμενα σπουδών δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα την σταδιακή μείωση των εισακτέων του καινούριου Ιδρύματος (Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής) και την απόλυση διδακτικού και διοικητικού προσωπικού. Στόχος του υπ. Παιδείας με αυτή την κίνηση είναι να μεταφέρει τον τίτλο των «εργαζόμενων δεύτερης κατηγορίας» από τους ΤΕΙτζήδες, στους αποφοίτους των ΕΠΑΛ (όπως προαναφέρθηκε) και ταυτόχρονα να «αναβαθμίσει» τον ρόλο που έπαιζαν μέχρι τώρα τα ΤΕΙ. Η μόνη απάντηση απέναντι στα σχέδια του Γαβρόγλου για τα ΤΕΙ δεν μπορεί να είναι άλλη από την ενιαία πανεπιστημιακή εκπαίδευση για όλους και όλες τους φοιτητές/τριες και ένα πτυχίο ανά γνωστικό αντικείμενο.
Πριν κλείσουμε, ας μην ξεχνάμε ότι όλα αυτά εντάσσονται στα πλαίσια της γενικότερης στρατηγικής που στοχάζονται η ΕΕ και όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις, τα τελευταία σχεδόν είκοσι χρόνια, με την συνθήκη της Bologna, ενώ εννοείται δεν παρακάμπτουν τις δεσμεύσεις των μνημονίων, τις κατευθύνσεις του ΟΟΣΑ και των εξωτερικών αξιολογήσεων της ΑΔΙΠ. Με λίγα λόγια, τα καθήκοντα που εντοπίσαμε όλο τον προηγούμενο καιρό παραμένουν τα ίδια, αν και αναβαθμισμένα. Στο νομοσχέδιο θεωρείται ως δεδομένη η διάσπαση του πτυχίου σε bachelor και master, η ποσοτικοποίηση των προσόντων σε μονάδες ECTS και η αντιστοίχηση όλων των τίτλων σπουδών, ξεκινώντας από το δημοτικό(!), στο Εθνικό Σύστημα Πιστοποίησης Προσόντων. Κάθε διαδικασία εκπαίδευσης, κατάρτισης και έρευνας εντάσσεται στον Ενιαίο Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας, και στην κεντρική στρατηγική που χαράσσεται γύρω από αυτόν. Η ένταξη αυτή προϋποθέτει την αλλαγή των Προγραμμάτων Σπουδών, ούτως ώστε να ευθυγραμμίζονται με τα παραπάνω πρότυπα. Σκοπός δεν είναι άλλος από τον περαιτέρω κατακερματισμό, και την συνεπαγόμενη ρευστοποίηση του εργατικού δυναμικού, παράλληλα με την εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών συμφερόντων. Τα νεοσύστατα όργανα (Ακαδημαϊκά Συμβούλια και Κέντρα Δια Βίου Μάθησης) που αναφέρθηκαν, μπορούν να αποτελέσουν τον πιο καλό συντονιστή σε αυτή την προσπάθεια, αλλά είναι και ενδεικτικά του δομικού ρόλου του αστικού πανεπιστημίου, που παραμένει επίκαιρος.
Σαν συμπέρασμα λοιπόν, το νομοσχέδιο αυτό χρήζει ιδιαίτερης προσοχής και επαγρύπνησης της φοιτητιώσας νεολαίας, των μαθητών/τριών, των καθηγητών της δευτεροβάθμιας αλλά και των γονέων της εργατικής τάξης που καλούνται να ανταποκριθούν στις οικονομικές ανάγκες που επιβάλλονται στην εκπαίδευση. Μπορεί να μην περιέχει τις άμεσες και σκληρές επιθέσεις που μας έφερναν τα νομοσχέδια Γιαννάκου, Διαμαντοπούλου ή Αρβανιτόπουλου, αλλά περιέχουν, επιμέρους μεν, τολμηρές δε, τομές της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης που άλλοτε δεν συζητούνταν καν στη βουλή λόγω της μεγάλης αντίδρασης που θα ξεσπούσε. Οι τομές αυτές δικαιώνουν την προπαγανδιστική δουλειά των σχημάτων της ΕΑΑΚ τα τελευταία χρόνια και αποδεικνύουν, όχι τις μαντικές τους ικανότητες, αλλά ότι η ανάλυση και τα αντανακλαστικά των σχημάτων βρίσκονται πάντα στο ύψος των αναγκών της περιόδου.
Σε μια τέτοια κρίσιμη περίοδο λοιπόν, τα σχήματα πρέπει να μπουν στο δρόμο της δημιουργίας ενός μαζικού, ανατρεπτικού και αντικαπιταλιστικού πανεκπαιδευτικού μετώπου ενάντια στο νομοσχέδιο αυτό και να εξασφαλίσουν ότι δεν πρόκειται να εφαρμοστεί άρθρο για άρθρο!
Από το Blogger.