Μπροστά στα νέα καθήκοντα

8:28 μ.μ.
Το προηγούμενο διάστημα, και παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, μετά και την ψήφιση του 3ου μνημονίου, προχωράει στην συνέχιση και στην εμβάθυνση των αντεργατικών πολιτικών, συνεχίζει να υπάρχει ένα μούδιασμα τόσο στο οργανωμένο κομμάτι του κινήματος, όσο και στις πλατιές εργαζόμενες μάζες, για τον τρόπο με τον οποίο θα απαντήσουν.
Η κυβέρνηση, ακολουθώντας ρητά την πολιτική της ΕΕ και του ΔΝΤ, μέσα από την ψήφιση των προαπαιτούμενων, προχώρησε στη θεσμοθέτηση μιας ολομέτωπης επίθεσης, η οποία περιλαμβάνει ιδιωτικοποιήσεις δημόσιας περιουσίας, πλειστηριασμούς, αυξήσεις στα όρια συνταξιοδότησης, ενώ στα μέσα Ιανουαρίου ετοιμάζεται και η ψήφιση του νέου ασφαλιστικού, που κινείται προς την περαιτέρω μείωση των κύριων και επικουρικών συντάξεων και την πλήρη εξατομίκευση της ασφάλισης σε μια ανταποδοτική λογική.
Η προκήρυξη δύο γενικών απεργιών, που προέκυψε μέσα από την πίεση που δέχθηκαν οι γραφειοκρατικές ηγεσίες των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, ήταν ένα πρώτο βήμα το οποίο δείχνει μια υποβόσκουσα ταξική οργή. Είναι σημαντικό ότι βλέπουμε σήμερα να δημιουργούνται αντιστάσεις σε επιμέρους κλάδους, όπως είναι οι εργαζόμενοι στα 5μηνα,όπως είναι οι ναυτεργάτες, οι οποίοι απήργησαν για τέσσερις ημέρες ενάντια στην ιδιωτικοποίηση του λιμανιού και για τα πολλά προβλήματα το κλάδου (ανεργία, μαύρη εργασία, μείωση αποδοχών κ.α.) και ήδη προετοιμάζουν νέα απεργία. Ειδικά ο αγώνας των εργαζομένων στα πεντάμηνα είναι ένα υπόδειγμα οργάνωσης αλλά και αισιοδοξίας συνολικά για το εργατικό κίνημα, καθώς διεξάγεται από ένα εξαιρετικά υποβαθμισμένο κομμάτι εργαζομένων, που αμφισβητεί ευθέως όχι μόνο τις πολιτικές των κυβερνήσεων και της ΕΕ, αλλά και των συνδικαλιστικών ηγεσιών των περισσότερων συνδικάτων, που αρνούνται να τους συμπεριλάβουν στον αγώνα τους και κονιορτοποιούν της ενότητα της τάξης. Ο κοινός αγώνας επισφαλώς εργαζομένων, απολυμένων και νυν εργαζομένων υπαλλήλων των δήμων είναι μια εικόνα από το μέλλον, μια αναγκαία απάντηση στον κατακερματισμό της εργασίας και στην υπερεξειδίκευση που επιτάσσει το Κεφάλαιο.
Παράλληλα, οι πρόσφυγες που εγκαταλείπουν την εμπόλεμη Συρία και άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής αψηφούν τόσο τις απαγορεύσεις και τους φράχτες, όσο και τον ζοφερό καιρό, και συνεχίζουν τον αγώνα για την επιβίωση. Ο δικτάτορας Άσαντ, το μαύρο μέτωπο ISIS-Τουρκικού κράτους και η εμπλοκή των ευρωπαϊκών κρατών στην Μ. Ανατολή διαμορφώνουν ένα κάδρο θανάτου και καταστροφής. Ο ΣΥΡΙΖΑ βλέπουμε να ξανανοίγει τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπως αυτό στην Κόρινθο, και ταυτόχρονα να προχωράει σε συμπράξεις με τους διαχρονικούς ιμπεριαλιστικούς του συμμάχους στην περιοχή, όπως είναι το Ισραήλ και η Αίγυπτος. Στο κλίμα της περαιτέρω κλιμάκωσης των πολεμικών συμπράξεων στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, ο Καμμένος, μέσα από τη συγκυβέρνηση, προετοιμάζει το ελληνικό κράτος για τα νέα ιμπεριαλιστικά του καθήκοντα, προαναγγέλλοντας και τη στράτευση των γυναικών.
Οι πρωτοβουλίες που έχουν συσταθεί όλο το προηγούμενο διάστημα αποδεικνύουν ότι η ταξική συνείδηση στο εγχώριο επίπεδο μας επιτρέπει να το αναγνωρίσουμε ως ένα εύφορο έδαφος για την εμβάθυνση του αγώνα και την αντιπαράθεση με τις επιθετικές κινήσεις του κράτους. Οι φοιτητικοί σύλλογοι προσπάθησαν να ανοίξουν το ζήτημα των προσφύγων μέσα στις σχολές, φτιάχνοντας πρωτοβουλίες, μαζεύοντας είδη πρώτης ανάγκης, οργανώνοντας συζητήσεις και συμμετέχοντας στις διαδηλώσεις και τις κινητοποιήσεις που οργανώθηκαν, αν και όχι πάντα με την απαραίτητη μαζικότητα και θεωρητική/πολιτική πλαισίωση. Οι κινήσεις αλληλεγγύης πρέπει να μετουσιωθούν σε πολιτικές κινήσεις που θα απευθύνονται στους πρόσφυγες ως ένα εν δυνάμει κινηματικό δυναμικό, που θα απαιτεί την άμεση κάλυψη των αναγκών του.
Όσον αφορά τα ζητήματα που αφορούν αμιγώς το πεδίο της εκπαίδευσης, βλέπουμε πως περισσότερο συνεχίζεται μια προϋπάρχουσα κατάσταση εν αναμονή του νέου νομοσχεδίου για την παιδεία, μια πρώτη εικόνα τού οποίου θα έχουμε μάλλον τον Απρίλη. Αξιοσημείωτη είναι η δήλωση του Τριανταφυλλίδη για δίδακτρα στα σχολεία, η οποία φαίνεται να διαψεύδεται από το Υπουργείο, αλλά δεν αποκλείεται σαν ενδεχόμενο. Η υποχρηματοδότηση των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και των ΤΕΙ συνεχίζεται και επικυρώνεται μέσα από την ψήφιση του 3ου μνημονίου, στοιχείο που αυτή τη στιγμή αποτελεί ζήτημα ταυτότητας για τα πανεπιστήμια, καθώς βλέπουμε ότι όσο μειώνεται η κρατική χρηματοδότηση, τόσο οι επιχειρηματικοί όμιλοι έρχονται να θέσουν τα δικά τους προαπαιτούμενα, προκειμένου να "βοηθήσουν" τα πανεπιστήμια στη λειτουργία τους. Τα διαχρονικά αιτήματα του φοιτητικού κινήματος, όπως η δωρεάν σίτιση και στέγαση, τα δωρεάν συγγράμματα και συγκοινωνίες, γεννήθηκαν σε μία περίοδο που το κράτος έδινε περισσότερα κονδύλια απ' ό,τι δίνει τώρα. Καταλαβαίνουμε έτσι πως όσο μειώνεται ο προϋπολογισμός, τα κεκτημένα των προηγούμενων χρόνων θα παίρνονται σιγά-σιγά πίσω. Όλο και λιγότεροι θα δικαιούνται σίτιση, στέγαση, όλο και λιγότερα δωρεάν συγγράμματα. Περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη περίοδο, βλέπουμε επιχειρήσεις σε πρώτη φάση να επωφελούνται από τις σχολές και, σε επόμενη φάση, να μετατρέψουν πιθανώς τα ΑΕΙ-ΤΕΙ σε μια πιο κομβικής σημασίας πηγή παραγωγής κερδών, που θα γίνεται πιο επικερδής προφανώς όσο οι ίδιες οι εταιρίες λαμβάνουν μεγαλύτερο ρόλο στη διαμόρφωση της κατεύθυνσης των σπουδών. Η εξωτερική αξιολόγηση έρχεται να νομιμοποιήσει την προσπάθεια κλεισίματος ή συγχωνεύσεων κάποιων τμημάτων - σχολών και να "εξυγιάνει" τα ιδρύματα από το ήδη μειωμένο, παρόλα αυτά, “πλεονάζον” προσωπικό, το οποίο κοστίζει στον κρατικό προϋπολογισμό. Χρέος μας παραμένει να συνδέουμε τις αντιστάσεις, που έχουν ήδη ξεσπάσει και θα συνεχίσουν να εμφανίζονται όσο τα κρισιακά φαινόμενα βαθαίνουν, με το συνολικότερο κίνημα μέσα και έξω από τις Σχολές. Τα συντεχνιακά ζητήματα που εύκολα κηδεμονεύονται από τις γραφειοκρατικές παρατάξεις της αριστεράς πρέπει να δέχονται από τα σχήματα της ΕΑΑΚ απαντήσεις που να οξύνουν τη συνείδηση των αμφιθεάτρων και να οδηγούν στην αμφισβήτηση της ίδιας της ουσίας της γνώσης και του ρόλου του Πανεπιστημίου στην αστική κοινωνία.
Μέσα σε όλο αυτό το κινούμενο σκηνικό, αντιλαμβανόμαστε ότι τα ΕΑΑΚ πρέπει να έχουν μια συνεκτική και συγκροτημένη πρόταση. Πρέπει να μπορούμε να περιγράψουμε τη λογική με την οποία ένα πολιτικό σχέδιο ενός συντονιστικού θα αλλάξει τους όρους με τους οποίους διεξάγεται η ταξική πάλη το επόμενο διάστημα.
Με βάση αυτή τη λογική, θεωρούμε ότι πρέπει να τεθούν συγκεκριμένα κριτήρια μέσω των οποίων η αντιπαράθεση θα προχωρήσει και θα καταλήξει σε χρήσιμα συμπεράσματα.
Αρχίζοντας από το κριτήριο των πολιτικών θέσεων, αντιλαμβανόμαστε ότι μεγαλώνει η αναγκαιότητα για πολιτική εμβάθυνση των σχημάτων σχετικά με το ζήτημα του ρόλου του κινήματος στους αστικούς θεσμούς και των προοπτικών που τίθενται στην εφαρμογή των αιτημάτων του. Ακριβώς επειδή προσπαθούμε να περιγράψουμε μια εικόνα από μια διαφορετικά δομημένη κοινωνία, τα αιτήματά μας οφείλουν να είναι ασυμβίβαστα με τις παροχές που είναι διατεθειμένο να παρέχει το αστικό κράτος. Ακριβώς επειδή δουλεύουμε κοιτώντας στην κοινωνία που θέλουμε να φτιάξουμε, αναγνωρίζουμε την ενδεχόμενη συμμετοχή μας στους θεσμούς συνδιοίκησης ως μια πρακτική που μπορεί να επιφέρει μόνο μια νέα σειρά αυταπατών. Σε μια συγκυρία όπως η παρούσα, αυτό το θέμα μπορεί να ανοίξει μια μεγάλη συζήτηση αναλογικά με τις δυνατότητες που μας παρέχουν αυτοί οι θεσμοί. Τα Διοικητικά Συμβούλια των Φοιτητικών Συλλόγων αποτελούν δομή γραφειοκρατικού συνδικαλισμού που δεν μας αρμόζει, περιορίζουν τις δημοκρατικές διαδικασίες και αποφάσεις των συλλόγων και αποτελούν τροχοπέδη στην ουσιαστική δουλειά των σχημάτων, δηλαδή την όξυνση των χειραφετητικών τάσεων στο εσωτερικό των συλλόγων. Το μοντέλο συνδικαλισμού που προσπαθούμε να κατοχυρώσουμε στο εσωτερικό των συλλόγων δεν μπορεί παρά να είναι μια συνέχεια του πετυχημένου και νικηφόρου συνδικαλισμού που έδωσε στη θιγόμενη πλειοψηφία την φωνή να αγωνιστεί και να αποκτήσει τις συλλογικές αναπαραστάσεις που είναι απαραίτητες για τη συνολικότερη πάλη. Τόσο η στάση απέναντι στο Νόμο Μπαλτά, όσο και αντιμετώπιση των διαφορετικών κινηματικών διεργασιών του τελευταίου διαστήματος, μας δείχνουν ότι στο εσωτερικό των σχημάτων εντοπίζεται μεγάλη έλλειψη διάθεσης ζύμωσης με τις δράσεις του κινήματος, κάτι που σημαίνει είτε ότι αμφισβητείται η δυνατότητα να πολιτικοποιηθεί το κίνημα, είτε ότι πλέον κάτι τέτοιο δεν είναι ψηλά στην ατζέντα.
Δεύτερο σημαντικό κριτήριο είναι το κατά πόσο οι πολιτικές θέσεις μεταφέρονται στις κινηματικές διεργασίες. Η νωχελικότητα του χώρου εδώ έρχεται σε συνέχεια της πολιτικής εκτίμησης ήττας που άρχισε μετά τις εκλογές της 20ης Σεπτέμβρη. Στον αντίποδα της αντίληψης ότι η δυνατότητα νίκης ενός αγώνα σήμερα έρχεται σε ευθεία αναλογία της πολιτικής προοπτικής που έχει αυτός ο αγώνας να μεταφερθεί στο κοινοβούλιο στήνονται όλες οι μικρές ή σχετικά μεγάλες διεργασίες και νίκες της προηγούμενης περιόδου. Έτοιμοι να αξιοποιήσουν τα κινηματικά αντανακλαστικά που βρίσκονταν εδώ και καιρό σε καταστολή ως αποτέλεσμα της καταστροφικής ιδεολογικής διαστροφής που επέφερε ο Σύριζα, οι επαναστάτες πρέπει να δίνουν σε αυτά τα αντανακλαστικά τα εργαλεία που έχουν ήδη αποδείξει ότι μπορούν να προκαλέσουν ευρύτερες κοινωνικές αναταραχές και να κλονίσουν τη σιγουριά της κυβέρνησης.
Τρίτο και τελευταίο κριτήριο, αυτό της εσωτερικής δημοκρατίας. Τα σχήματα της ΕΑΑΚ έρχονται να συνεδριάσουν κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες, κάτι που αποτρέπει ένα κρίσιμο δυναμικό αγωνιστών και αγωνιστριών να παραστούν στη διαδικασία, να πάρουν μέρος στην αντιπαράθεση και να επιστρέψουν στην επαρχία με χρήσιμα συμπεράσματα. Διέξοδος για την επίλυση ανάλογων γεγονότων στο προσεχές μέλλον είναι η δημοκρατική ανασυγκρότηση του μορφώματος, μια δομή που θα επιτρέπει οι αποφάσεις που έχουν να κάνουν με τη διεξαγωγή συντονιστικών ή την δημοσιοποίηση κεντρικών ανακοινώσεων να λαμβάνεται από αιρετούς και ανά πάσα στιγμή ανακλητούς εκπροσώπους των σχημάτων. Η διακήρυξη των σχημάτων, όπως προτείνεται και καλούμαστε να απαντήσουμε, αδυνατεί να καλύψει αυτό το κενό. Οι πολιτικές διαφορές τις οποίες έρχεται να συγκεράσει με τεχνητό τρόπο αποτελούν εδώ και χρόνια πάγιες διαφωνίες μεταξύ ρευμάτων, που καταλήγουν σε πρακτικές οι οποίες απομακρύνονται ολοένα και περισσότερο όσο η κρίση βαθαίνει και οι επιλογές των επαναστατών δοκιμάζονται καθημερινά. Οι διαφορετικές απόψεις και τακτικές έχει κατοχυρωθεί ότι είναι ανεκτές εντός του μορφώματος, στο βαθμό που παραμένουν στο σχέδιο της οικοδόμησης του κινήματος για την ρήξη και την ανατροπή. Προκειμένου να ξεπεραστούν παθογενείς καταστάσεις στο εσωτερικό μας,  οφείλουμε όλοι και όλες να αναζητήσουμε το πολιτικό έλλειμμα που οδήγησε σε τόσο μεγάλη πολιτική διαφοροποίηση, να αποτιμήσουμε τη σύγχυση μιας προηγούμενης περιόδου προκειμένου να κατανοήσουμε την εγκαθίδρυση διαχειριστικών λογικών, και να επιστρέψουμε στο αμφιθέατρο έτοιμοι για την αντιπαράθεση που θα επιφέρει τις αναγκαίες ρήξεις και μετατοπίσεις.

Βάσει αυτών των κριτηρίων ανοιγόμαστε και στις ευρύτερες διαδικασίες του κινήματος. Αν υπάρχει μια κρίσιμη σύγκλιση σε επίπεδο θέσεων, πρακτικής και εσωτερικής δημοκρατίας με κάποιο άλλο πολιτικό χώρο, τότε εκ των πραγμάτων η συμμαχία είναι αναμενόμενη. Η συμμαχία στο επίπεδο του κινήματος παραμένει σταθερή επιδίωξη του χώρου μας, και αποτελεί την μοναδική νικηφόρα στάση, τόσο όσον αφορά το τακτικό όφελος των υλικών νικών που διεκδικούμε, όσο και προκειμένου να κερδηθεί η μάχη και σε ιδεολογικό επίπεδο, ενάντια σε παρατάξεις που θωρακίζονται ή υιοθετούν συνδιαχειριστικές πρακτικές. Κρίνουμε ότι οι συνθήκες δεν επιτρέπουν τη συμμαχία σε πολιτικό επίπεδο με τις υπόλοιπες παρατάξεις που στέκονται στο φάσμα της αριστεράς, παρότι η κατάσταση διακρίνεται από μια δυναμικότητα. Η δυναμική αυτή μπορεί να γείρει προς την δική μας πλάστιγγα, αν μια σειρά αγωνιστών αναγνωρίσουν ότι οι προηγούμενες στρατηγικές τους επιλογές ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για την εδραίωση μιας βάρβαρης μνημονιακής κυβέρνησης, και οι στρατηγικές επιλογές των σχημάτων της ΕΑΑΚ, που δεν είναι κάτι το απομακρυσμένο και θολό, αλλά καθημερινές συμπαγείς κινήσεις, μπορούν να γίνουν κομμάτι της μαγιάς του κόσμου που έρχεται.

Το επόμενο διάστημα είναι κομβικής σημασίας για την εξέλιξη της ταξικής πάλης στο επίπεδο των ΑΕΙ-ΤΕΙ, μιας και τα σχήματα της ΕΑΑΚ έρχονται να λάβουν κρίσιμες για το μέλλον αποφάσεις. Η υποχρηματοδότηση, το 3ο μνημόνιο, αλλά και μια σειρά άλλων επιθετικών διατάξεων που το Υπουργείο και οι διοικήσεις των Σχολών ξεχωριστά δεν θα πτοηθούν να θεσπίσουν, πρέπει να μας βρουν έτοιμους. Το κλίμα υποταγής που φαινομενικά κυριαρχεί σε μεγάλο κομμάτι του αμφιθεάτρου δεν αποδεικνύει τίποτα παρά την έλλειψη του κατάλληλου εργαλείου από μεριάς μας προκειμένου να διεξαχθούν νέες συλλογικές διεργασίες. Ξεκινώντας από τα επιμέρους ζητήματα, καθήκον μας είναι να υποδεικνύουμε μία συνολική αντιπρόταση για το πανεπιστήμιο, ακουμπώντας όλα τα ζητήματα, από τη μερικότητα και τη μεροληψία της γνώσης στο Αστικό Πανεπιστήμιο, μέχρι τον ρόλο των συνόρων και την προοπτική εξουσίας των καταπιεσμένων. Πρέπει να δείξουμε ότι οι φυσικοί σύμμαχοι της καταπιεσμένης και χωρίς μέλλον πλειοψηφίας των αμφιθεάτρων είναι οι εργαζόμενες μάζες, οι άνεργοι και οι μετανάστες, γιατί την ίδια θέση με όλους αυτούς θα κληθούμε να έχουμε μετά στην παραγωγική διαδικασία.

Το καθήκον της ΕΑΑΚ στο σήμερα είναι να επεξεργαστεί  τα θεωρητικά και πολιτικά κεκτημένα της, να αφήσει πίσω τις πρακτικές που την αδρανοποιούν και να προετοιμάσει την αντεπίθεση της φοιτητιώσας νεολαίας, καθώς αποτελεί μέσα στις σχολές το κομμάτι εκείνο που μπορεί να παίξει το ρόλο του πυροκροτητή για τους αγώνες και τη συνείδηση της πλατιάς πλειοψηφίας των φοιτητών και φοιτητριών.


ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ: ΣΗΜΑΙΑ ΜΑΣ ΤΑ ΕΡΓΑΤΙΚΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΟΠΛΟ ΜΑΣ Η ΤΑΞΙΚΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ

1:14 π.μ.

Αναμφίβολα, ο ιστορικός μοχλός έχει φέρει μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από την πιο βίαιη και οφθαλμοφανή ανάδυση όλων των αντιθέσεων και αντιφάσεων που χαρακτηρίζουν τον καπιταλισμό, με όλες τις δυνάμεις που συνυπάρχουν σε αυτόν να παίρνουν θέση. Από τη μία, οι δυνάμεις της αντίδρασης προσπαθούν να ενισχύσουν με κάθε τρόπο τα κοινωνικά αντανακλαστικά που θα εξασφαλίσουν ότι δε θα αμφισβητηθεί η εξουσία των αφεντικών και ότι αυτά θα βγουν από την κρίση τους καταληστεύοντας ακόμα περισσότερο τα εργατικά χέρια. Από την άλλη, οι δυνάμεις που είναι ταγμένες με τους καταπιεσμένους δίνουν την προοπτική της ενοποίησης τους με το γνώμονα της εξέγερσης και της επανάστασης. Ένα από τα βασικά εργαλεία των πρώτων προκειμένου να πετύχουν τη διαίρεση της εργατικής τάξης, και άρα τον «αφοπλισμό» και την περαιτέρω εκμετάλλευσή της, είναι ο ρατσισμός.
Το 2015 σφραγίστηκε από το κύμα των προσφύγων και μεταναστών, που είναι το μεγαλύτερο από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Χιλιάδες άνθρωποι εγκαταλείπουν τις εμπόλεμες ζώνες του πλανήτη με πιο «καυτές» αυτές της Μέσης Ανατολής (Συρία-Ιράκ), της κεντρικής Ασίας (Αφγανιστάν) και της Αφρικής (Σομαλία κ.ά.), αλλά και χώρες στις οποίες η οικονομική εκμετάλλευση είναι τόσο μεγάλη που δεν αφήνει κανένα περιθώριο διαβίωσης σε ένα μεγάλο κομμάτι της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων. Η βασική τάση της κίνησης των μεταναστών και μεταναστριών τα τελευταία χρόνια ήταν η μείωση της εισόδου μέσω της Ισπανίας, η εκρηκτική αύξηση εισόδου μέσω της Ιταλίας (που σχετίζεται με την ανατροπή του καθεστώτος Καντάφι στη Λιβύη) και η ανάδειξη της Ελλάδας σε βασική δίοδο προς τη δύση.  Το ελληνικό κράτος, λοιπόν, ως πύλη εισόδου στην Ευρώπη αλλά και ως ένα κράτος που συνεργάζεται με απολυταρχικά και δικτατορικά καθεστώτα στη Μέση Ανατολή, πρέπει να παίξει το ρόλο του χωροφύλακα και να απωθήσει τους «λαθραίους» προκειμένου να ικανοποιήσει την ντόπια και ευρωπαϊκή αστική τάξη, που θέλουν να συντηρήσουν το ευρωπαϊκό status quo. Στο πλαίσιο αυτό, συντηρεί και ενδυναμώνει το φράχτη του Έβρου για να εμποδίσει τη χερσαία μετακίνηση, ενισχύει τη φύλαξη των συνόρων μέσω της Frontex, ανοίγει hot-spot ως κέντρα ταυτοποίησης και διαλογής και συνεργάζεται με το αυταρχικό καθεστώς Ερντογάν με αντάλλαγμα τη συγκράτηση των προσφύγων στην τουρκική επικράτεια.
Η καλύτερη αποτύπωση της κατάστασης του προσφυγικού ζητήματος βρίσκεται στα νησιά, όπου πρόσφυγες και μετανάστες φθάνουν καθημερινά από τα τουρκικά παράλια. Στη Λέσβο, την Κω, τη Χίο, τη Σάμο καταγράφονται δύο δυναμικές. Η πρώτη είναι αυτή των καταστηματαρχών και ναυτιλιακών που σαν συνεχιστές του έργου των διακινητών εκμεταλλεύονται ληστρικά πρόσφυγες και μετανάστες χρεώνοντας υπέρογκα ποσά για είδη πρώτης ανάγκης και υπηρεσίες μετακίνησης. Στη δυναμική αυτή ανήκουν επίσης ακροδεξιοί και ρατσιστές που επιτίθενται στους μετανάστες ως υποτιθέμενο εξωτερικό μουσουλμανικό εχθρό που έρχεται να νοθεύσει την εθνική τους ταυτότητα και να τους πάρει τις δουλειές. Η δεύτερη, επικρατούσα και πιο ελπιδοφόρα, είναι αυτή της αλληλεγγύης που έχει απλώσει δίκτυα από τα νησιά μέχρι τις πιο απομακρυσμένες περιοχές. Αλληλεγγύη που εκφράζεται με συλλογές ειδών πρώτης ανάγκης, καταλήψεις δημόσιων κτηρίων για τη στέγαση προσφύγων και μεταναστών και δράσεις για την κινητοποίηση των τοπικών κοινωνιών. Ταυτόχρονα, αγωνιστές και αγωνίστριες  βρίσκονται στα σημεία που καταφθάνουν τα ταξικά μας αδέλφια και προσπαθούν να τα υποδεχτούν με τους καλύτερους δυνατούς όρους, δεδομένης της παντελούς έλλειψης κρατικών δομών. Η κατάληψη Νοταρά, τα στέκια μεταναστών και ένα σύνολο αυτοοργανωμένων δομών που έχουν συγκροτηθεί είναι παραδείγματα που συσπειρώνουν τον κόσμο στο πλευρό των πλέον καταπιεσμένων όχι με ένα φιλανθρωπικό πέπλο, αλλά στη βάση της ταξικής, διεθνιστικής αλληλεγγύης.
Αναπότρεπτα, η συγκυρία αυτή οδηγεί στην επαναφορά της κουβέντας στην Αριστερά και το κίνημα για την αναγκαιότητα της πάλης ενάντια στο ρατσισμό και την επιτακτικότητα συγκρότησης ενός μαζικού αντιρατσιστικού κινήματος. Για να απαντήσουμε σε αυτό πρέπει να ανατρέξουμε στην έννοια του ρατσισμού ως εργαλείο στα χέρια των εξουσιαστών για να διαχωρίσουν την εργατική τάξη με βάση φυλετικά, εθνικά, θρησκευτικά χαρακτηριστικά. Αποτελεί εργαλείο που χρησιμοποιήθηκε από την απαρχή των ταξικών κοινωνιών προκειμένου, πρώτον, η εργατική τάξη διασπασμένη να μην μπορεί να συνειδητοποιήσει τα συμφέροντά της και να εκπληρώσει τον ιστορικό της ρόλο και, δεύτερον. τα αφεντικά να αντλούν διπλή και τριπλή υπεραξία από τον κάθε φορά αποδιοπομπαίο τράγο, οδηγώντας τελικά στη συνολική υποτίμηση της εργατικής δύναμης. Έτσι, λοιπόν, η αντιρατσιστική πάλη θέτει ως στόχο την ενοποίηση της εργατικής τάξης (ένα στόχο στρατηγικό για την επαναστατική αριστερά), ενώ παράλληλα προσπαθεί να κατακτήσει υλικές νίκες για το πιο καταπιεσμένο και εκμεταλλευόμενο κομμάτι της τάξης, τους πρόσφυγες και τους μετανάστες (που θα αποτελούν νίκες συνολικά για την τάξη). Ταυτόχρονα, ένα ισχυρό αντιρατσιστικό κίνημα είναι σε θέση να απαντήσει σε κάθε επιχείρημα που χρησιμοποιεί σύσσωμη η δεξιά πολυκατοικία, επιχειρήματα που καταλήγουν σε πογκρόμ και απελάσεις.
Δυστυχώς, απ’ ό,τι φαίνεται στην πολιτική των κλειστών συνόρων και των απελάσεων, που με πίστη έχουν ακολουθήσει όλες οι κυβερνήσεις με τελευταία αυτή των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν έχουν τίποτα να αντιπαραθέσουν το ΚΚΕ, η ΛαΕ, ακόμα και κάποια τμήματα της άκρας αριστεράς. Η διαχρονική υποτίμηση της πάλης ενάντια στο ρατσισμό, η υπεράσπιση πατριωτικών πεποιθήσεων και η αντιμετώπιση των μεταναστών και των προσφύγων ως κάτι ξένο, στο οποίο θα δείξουν μια ανθρωπιστική αλλά όχι ταξική αλληλεγγύη αποτελούν αφετηρίες που καταλήγουν είτε την απραξία, είτε σε μια αλληλεγγύη, που, όμως, δε βάζει σαν στόχο την ένταξη στην ντόπια εργατική τάξη. Παράλληλα, η άποψη που θέλει τον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα σαν το μοναδικό μέσο για την αλληλεγγύη στους πρόσφυγες, υποτιμώντας τον αντιρατσιστικό αγώνα, δε λαμβάνει υπόψη ότι οι πρόσφυγες και οι μετανάστες είναι ένα μεγάλο κομμάτι της εργατικής τάξης, εγχώριας και ευρωπαϊκής, και η ενσωμάτωσή τους σε αυτή θα τη φέρει σε καλύτερη θέση προκειμένου να παλέψει ενάντια στον πόλεμο, τη φτώχεια, την εξαθλίωση. Σημαντικό είναι να θυμηθούμε πώς συνδέει ο Λένιν τον αγώνα υπέρ των μεταναστών με τον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα. Γράφει λοιπόν στο άρθρο του «Οι αριστεροί τσιμμερβαλντινοί στο ελβετικό Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα»: «Για να μην μένει η αναγνώριση του διεθνισμού από μέρους των Ελβετών σοσιαλδημοκρατών κούφια φράση που δεν υποχρεώνει σε τίποτα, γι’ αυτό είναι απαραίτητο, πρώτο να παλέψουμε με συνέπεια και σταθερότητα για την οργανωτική προσέγγιση και συγχώνευση των ξένων και των Ελβετών εργατών μέσα στις ίδιες ενώσεις, καθώς και για την πλήρη (αστική και πολιτική) ισοτιμία τους. Η ειδική ιδιομορφία του ιμπεριαλισμού στην Ελβετία συνίσταται ακριβώς στην εντεινόμενη εκμετάλλευση των χωρίς δικαιώματα ξένων εργατών από την ελβετική αστική τάξη, που στηρίζει τις ελπίδες της στην αποξένωση των δύο αυτών κατηγοριών εργατών, της μίας από την άλλη».
Ο αγώνας ενάντια στο ρατσισμό, λοιπόν, πρέπει να αποτελεί κομβικό σημείο για τις επαναστατικές δυνάμεις, και το καθήκον συγκρότησης ενός μαζικού και νικηφόρου αντιρατσιστικού κινήματος πρέπει να είναι ψηλά στην ημερήσια διάταξη. Κατά πόσο, όμως, είναι δυνατή μια τέτοια συγκρότηση και υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να οδηγηθεί σε νίκες? Για να αποφύγουμε την θεωρητικολογία, και επειδή το κίνημα δεν προκύπτει από παρθενογένεση, ας γειωθούμε στην ελληνική πραγματικότητα: Με την άφιξη των χιλιάδων ξεριζωμένων, οι κινηματικές δυνάμεις ξαναβγήκαν στο προσκήνιο, έδρασαν αντανακλαστικά και ανέπτυξαν όλη αυτή την πολύμορφη δράση που περιγράψαμε προηγουμένως, η οποία είχε στον πυρήνα της την υποδοχή και την υποστήριξη των προσφύγων και μεταναστών. Όμως, η όξυνση της αντιμεταναστευτικής πολιτικής από πλευράς ελληνικού κράτους και ΕΕ και η αμείωτη ένταση των μεταναστευτικών κινήσεων εγείρουν προβληματισμούς για την επάρκεια των απαντήσεων μας. Αν θέλουμε να οδηγήσουμε το κίνημα σε κάποια υλική νίκη, πρέπει από την έμπρακτη αλληλεγγύη να μετατοπίσουμε το επίκεντρο της δράσης μας στις πολιτικές διεκδικήσεις με αιχμές την ελευθερία μετακίνησης και τα πλήρη πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα για όλους και όλες, χωρίς προϋποθέσεις. Ουσιαστικά, αυτές είναι και οι διεκδικήσεις των ίδιων των προσφύγων και μεταναστών, αφού είναι οι μόνες που μπορούν να τους ανακουφίσουν πραγματικά, χωρίς σε καμία περίπτωση να παραγνωρίζουμε την αναγκαιότητα και την σπουδαιότητα της υλικής υποστήριξης.
Η επόμενη περίοδος πρέπει να βρει το αντιρατσιστικό κίνημα ανασυγκροτημένο και σε θέση μάχης ενάντια στην κυβέρνηση και τις ρατσιστικές πολιτικές που ασκεί. Την έκβαση μιας τέτοιας μάχης θα κρίνει σε σημαντικό βαθμό το επίπεδο στο οποίο το αντιρατσιστικό θα συνδεθεί με τα υπόλοιπα κινήματα, και ιδιαίτερα με το εργατικό. Μια τέτοια ολομέτωπη σύγκρουση με την τρέχουσα στρατηγική του καπιταλισμού δεν μπορεί να κερδηθεί παρά μόνο από την ενιαία δράση της εργατικής τάξης. Είναι κρίσιμο, λοιπόν, οι αντιρατσιστικές και διεθνιστικές ιδέες να απλωθούν σε κάθε πτυχή της ζωής της εργατικής τάξης έτσι ώστε να γίνει το προχώρημα και τα αιτήματα των ντόπιων να συνδεθούν πραγματικά με αυτά των ξένων εργατών, με σκοπό την ανατίμηση της τάξης μας συνολικά. Η αποφασιστικότητα των εργαζομένων να τσακίσουν τον ρατσισμό στους χώρους δουλειάς, τις γειτονιές, την εκπαίδευση, το σύστημα υγείας και παντού, θα κρίνει την επιτυχία του σχεδίου των αφεντικών για την παρανομοποίηση των μεταναστών και την διάσπαση της τάξης.

Στη μάχη για τα δικαιώματα των μεταναστών, οι δυνάμεις της επαναστατικής αριστεράς έχουν να παίξουν πρωτοπόρο ρόλο, καθώς είναι οι μόνες που μπορούν να απεμπλέξουν το αντιρατσιστικό κίνημα από στείρα ανθρωπιστικά μονοπάτια, να το μπολιάσουν με την ταξική ανάλυση για την παρανομοποίηση των μεταναστών και να το συνδέσουν με το ευρύτερο εργατικό κίνημα, έτσι ώστε η απάντηση να είναι συνολική. Συγκεκριμένα για τον χώρο μας, τα σχήματα της ΕΑΑΚ πρέπει να είναι αυτά που θα εγγυηθούν πως στα πανεπιστήμια θα απομονωθούν και θα αποδομηθούν οι όποιες ρατσιστικές συμπεριφορές και θα τσακιστεί κάθε φασιστική δράση. Η διάχυση του αντιρατσιστικού λόγου και του διεθνισμού πρέπει να ενταχθούν δομικά στην καθημερινή πολιτική παρέμβαση του κάθε σχήματος και σχηματία, χρειάζεται ακόμα, όμως, τα ΕΑΑΚ συνολικά να αναλάβουν κεντρικές πρωτοβουλίες ενάντια στις αντιμεταναστευτικές πολιτικές και την εξαθλίωση χιλιάδων κόσμου. Τέλος, οι σχηματίες πρέπει να δώσουν το παράδειγμα της ενεργού συμμετοχής στις δομές και τις δράσεις τους αντιρατσιστικού κινήματος και να μεταφέρουν δυναμικά αυτή την εμπειρία στο φοιτητικό κίνημα, αποδεικνύοντας έτσι ότι η αλληλεγγύη δεν είναι απλά μια λέξη στα χαρτιά, αλλά περνάει μέσα από ανυποχώρητους αγώνες.


Η πάλη για ανοιχτά σύνορα, νομιμοποίηση για όλους τους μετανάστες, παροχή ασύλου στους πρόσφυγες, ίσα πολιτικά και εργασιακά δικαιώματα οφείλει να πάρει σάρκα και οστά μέσα από τις πρωτοβουλίες της αντικαπιταλιστικής και επαναστατικής αριστεράς που θα στοχεύουν στην αυτοοργάνωση της εργατικής τάξης ενάντια στις επιθέσεις του κεφαλαίου. Μίας τάξης με πολυεθνική κουλτούρα και πολυεθνικά χαρακτηριστικά, αυτό που ο Μαρξ, σε μία από τις σημαντικότερες προσφορές του, το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», ονόμασε «παγκόσμια φιλολογία». Στο ίδιο έργο καταλήγει με το πιο ουσιώδες και διαχρονικό πρόταγμα : «Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε». Άλλωστε, τα μόνα πραγματικά σύνορα είναι αυτά που χωρίζουν τον κόσμο των αφεντικών από τον κόσμο της εργασίας.


Δελτίο Παρέμβασης 28

12:41 π.μ.
Από το Blogger.